Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Το προξενειό της Ελενίτσας




Η εξαδέλφη Ελενίτσα ήταν σαν τον σκύλο που χάσαμε που λένε κάτω στο λιμάνι του Πειραιά. Με άλλα λόγια είχε τα χάλια της η κακομοίρα, αλλά είχε ένα μέγιστο προσόν. Διέθετε σημαντική προίκα.
"Το βιο παντρεύει το στοιχειό" έλεγε με νόημα η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν την χώνευε την Ελενίτσα, γιατί ήταν από το σόι της μάνας μου δηλαδή της νύφης της και ως γνωστόν ποια πεθερά χωνεύει τη νύφη και κατ' επέκταση το σόι της νύφης της; 
Οι ευτυχείς γονείς της Ελενίτσας η θεία Μερόπη και ο θείος Ευλάμπιος που την είχαν μοναχοκόρη, αφού πρώτα την έταξαν στην Παναγία τη Γιάτρισσα να την κάνει καλά από την απίστευτη ασχήμεια της και καμμιά βελτίωση δεν είδαν, αποφάσισαν να την στείλουν στα ινστιτούτα καλλονής να την μπογιατίσουν, να την καλαφατίσουν, να την μερεμετίσουν για να φαίνεται κοπέλλα τέλος πάντων.
Κάτι έγινε, βγάλε φρύδια, βάψε μαλλί, κάνε μάσκες, ρίξε 2-3 κιλά, βάλτε κορσέ, κάνε κάτι μικροπλαστικές σώθηκε το μοντέλο και βγήκε σουλουπωμένο το κακόμοιρο το κορίτσι που κατά τα άλλα είχε μια καρδούλα περιστεριού, έτοιμη να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή όταν είδε την Ελενίτσα μετά τη γενική επισκευή έκανε απλώς ένα "ααααααα" και μετά ένα "μμμμμμ" και στράβωσε τα μούτρα της όπως κάθε φορά που την έπιανε η αναποδιά της, αλλά δεν της δώσαμε και πολύ σημασία γιατί είχαμε μπει πια στη εφηβεία, ο αδελφός μου κι εγώ, και είχαμε άλλες σκασίλες τώρα, δικές μας.
Κάπου εκεί στα δεκαέξι μας ήρθε η είδηση στο σπίτι ότι συζητείται προξενιό για την Ελενίτσα που, αφού την είχαν σοβαντίσει και σουλουπώσει, ήταν έτοιμη πλέον να παίξει το ρόλο της μητέρας και συζύγου του ευτυχή που θα είχε το θάρρος να την κάνει μητέρα. 
Δεν ξέρω γιατί αλλά όλα τα προξενιά γίνονταν Κυριακή που ήταν γενικώς μια πολύ αντιπαθητική μέρα, όπως έχουμε ξαναπεί, γιατί το πρωί πηγαίναμε υποχρεωτικά στην εκκλησία, το μεσημέρι τρώγαμε με διάφορους συγγενείς μας που βαριόμαστε αφόρητα και το βράδυ έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς γιατί είχαμε σχολείο την άλλη μέρα. 
Εκείνη την Κυριακή λοιπόν, απόγευμα κατά τις τέσσερεις, ήρθε στο σπίτι μας η εξαδέλφη Ελενίτσα με τους γονείς της και τα καλά της. Μαλλί, νύχι, αποτρίχωση όλα στην εντέλεια. Ο θείος Ευλάμπιος φύσαγε, ξεφύσαγε, η θεία Μερόπη αεριζότανε με τη βεντάλια της χειμώνα καιρό, η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε βάλει το καλό μπλε φουστάνι της και είχε πάρει το γνωστό ύφος Βούδα που λέγαμε με τον αδελφό μου, η μάνα μου τακτοποιούσε τα φοντάν στην καλή φοντανιέρα που βγάζαμε στους ξένους και ο πατέρας μου ξερόβηχε γιατί είχε αποφασίσει να βγάλει λόγο σ' αυτό το προξενειό.
Προξενήτρα φυσικά ήταν η θεία Μαρίκα του θείου Αριστοτέλη, που αφού είχε παντρολογήσει κόσμο και λαό με επιτυχία, είχε αποκτήσει φήμη στο είδος της και είχε επιδοθεί στην ανεύρεση του κατάλληλου γαμπρού και για την Ελενίτσα με μεγάλο ζήλο και ευσυνειδησία και θριαμβευτικά μας είχε ανακοινώσει ότι είχε βρει "έναν εξαίρετο νέο από σπίτι". Αυτό το "από σπίτι" ήταν πλεονασμός γιατί όλοι οι γνωστοί μας από σπίτι ήταν και δεν είχαμε δει κανέναν να είναι ας πούμε από κατασκήνωση. 
Με τον αδερφό μου μας είχε φάει η περιέργεια να τον δούμε αυτό τον "εξαίρετο νέο από σπίτι, πολλά υποσχόμενο, σπουδάσαντα εν Ευρώπη" που λέγανε και ξαναλέγανε και είχαμε αρχίσει κιόλας να μην τον χωνεύουμε καθόλου γιατί πολύ μας έδιναν στα νεύρα όλ' αυτά. Κάναμε και τους καμπόσους ότι εμείς δε θα βγούμε καθόλου στο προξενειό αλλά ετοιμαστήκαμε από τους πρώτους και πήραμε θέση στον καναπέ.
Στις πέντε ακριβώς κατέφθασε ο "πολλά υποσχόμενος σπουδάσας εν Ευρώπη" με τους γονείς του και μία τεράστια ακαθόριστη γλάστρα. Δηλαδή πρώτα μπήκε η γλάστρα και πίσω ο εξαίρετος νέος. Γίνανε οι συστάσεις, πέσανε χειροφιλήματα στις κυρίες και η θεία Μαρίκα ήταν στις δόξες της διότι έβλεπε κιόλας μπροστά της το Ησαϊα χόρευε του ζεύγους και θα σκεπτόταν την τουαλέτα που θα έραβε για το γάμο.
Ακτινογραφία του βγάλαμε του "πολλά υποσχόμενου" και ξυνίσαμε τα μούτρα μας με τον αδελφό μου με αξιοθαύμαστο συγχρονισμό. Ο νέος ήταν και ξερόλας και σφιγμένος. Μάτι λίγο τρελλό που ξέφευγε λίγο δεξιά λίγο αριστερά. Νευρασθενικός. 
Το όνομα αυτού Ιάκωβος Γαβριήλ Ρομπόλης. Και Ιάκωβος και Γαβριήλ μας διευκρίνισε πολύ εκνευριστικά και χωρίς να ρίξει ούτε ματιά στην εξαδέλφη Ελενίτσα άρχισε να μας εξηγεί πόσο σύντομα πήρε το πρώτο του πτυχίο και μετά το δεύτερο, ποιούς γνωρίζει από τον πολιτικό κόσμο, πόσο χρειάζεται η πολιτική νέους σ' αυτόν, πόσο σπουδαίο μέλλον έχει.

Ελεγε, έλεγε και τελειωμό δεν είχε. Η Ελενίτσα τον κοίταγε με το ήρεμο βλέμμα της απογοητευμένης αγελάδας, η μάνα του με λατρεία, ο πατέρας του με θαυμασμό, η θεία Μερόπη σταυροκοπιότανε κρυφά, ο θείος Ευλάμπιος συνέχιζε να φυσάει και να ξεφυσάει, η μάνα μου κοίταγε εμάς μην πετάξουμε καμμιά κοτσάνα, ο πατέρας μου είχε εκνευριστεί και η προξενήτρα θεία Μαρίκα χαμογελούσε με συγκατάβαση στον "εξαίρετο νέο" που μας είχε πρήξει με τις χάρες και τα ταλέντα του και με δεξιοτεχνία αληθινής επαγγελματία τον διέκοψε αρχίζοντας να απαριθμεί την περιουσία του θείου Ευλάμπιου που θα έπαιρνε προίκα η Ελενίτσα. Η μάνα του εξαίρετου έχωσε τη μισή πάστα αμυγδάλου στο στόμα της από τη χαρά της που θα έπαιρνε ο γιός της τέτοια νύφη και την κατάπιε αμάσητη.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε να τον παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή, ξερόβηξε απαλά και είπε: 
"Με συγχωρείτε.."
"Παρακαλώ" απάντησε ο πολλά υποσχόμενος νέος με χαμόγελο Κολγκέητ. 
"Πού εργάζεστε; " συνέχισε αμείλικτη η γιαγιά μου η Κασσιανή κοιτώντας τον κατάματα όπως εμάς όταν μας έκανε ανάκριση τρίτου βαθμού για το ποιος έσπασε το τζάμι του υπογείου που βρισκόταν σπασμένο τουλάχιστον 4 φορές το μήνα.
"Ξέρετε αναμένω θέσιν..." άρχισε να τραυλίζει ο εξαίρετος.
"Ααααα, σας έχουν υποσχεθεί κάποιαν θέσιν, υψηλή ασφαλώς, ανάλογη των προσόντων σας, υποθέτω" είπε το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλοι αρχίσαμε να την κοιτάμε με αγωνία γιατί καταλάβαμε ότι ο ταλαίπωρος είχε πέσει στη δυσμένειά της και αλλοίμονό του. 
"Ναι, βεβαίως ανάλογη με τα προσόντα μου, απαραιτήτως υψηλή βεβαίως. Εχω μέλλον..."συνέχισε το βιολί του ο πολλά υποσχόμενος εξαίρετος νέος.
"Σας το εύχομαι νέε μου, αλλά δυστυχώς δεν βλέπω να έχετε παρόν αφού δεν εργάζεστε. Πώς καλύπτετε τα έξοδά σας; " συνέχισε ακάθεκτη η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν την κράταγε ούτε ένα σύνταγμα πεζικού και είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους εργαζόμενους ανθρώπους. 
"Ξέρετε κυρία μου..." ψέλλισε ο δυστυχής που είχε γίνει μωβ και τον είχαν πιάσει τρία τικ. Ενα στο μάτι, ένα στο πόδι κι ένα στην πλάτη. Νοιώσαμε αμέσως να τον συμπονούμε. 
"Ξέρω νέε μου, ξέρω. Τα έξοδά σας καλύπτει η οικογένειά σας ακόμα, είναι σαφές. Και θα τα καλύπτει μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη υψηλή θέσις η ανάλογη των προσόντων σας" είπε με φούρια η γιαγιά μου η Κασσιανή και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της. "Με συγχωρείτε"δήλωσε πολύ επίσημα,"θα αποσυρθώ" και απεσύρθη το τέρας αδιαφορώντας παντελώς για τον εξαίρετο και πολλά υποσχόμενο που έμεινε με το στόμα ανοιχτό και με σκούνταγε ο αδερφός μου να δω ένα δόντι χρυσό που φάνηκε. Ο πατέρας του εξαίρετου ανασηκώθηκε από ευγένεια να περάσει από μπροστά του το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή που έκανε θεαματική έξοδο από τη σκηνή αφήνοντας να πλανάται στον αέρα "καλό βλάκα βρήκατε για το κοριτσάκι" και αγριοκοιτώντας την προξενήτρα θεία Μαρίκα. 
Μετά την απόσυρση της γιαγιάς μου της Κασσιανής έπεσε βαθειά σιωπή στο παλιό μας δάσος πούλεγε και ο Πουλόπουλος στο τραγούδι που μας άρεσε. Μόνο το τικ τακ του κούκου ακουγόταν από το χωλ και το χριτς χρατς από τα παπούτσια του θείου Ευλάμπιου που άμα εκνευριζόταν το πάθαινε αυτό, νευρίαζαν και τα παπούτσια του φαίνεται.
Στη συνέχεια έγινε κάτι αξιοθαύμαστο που ποτέ δεν καταλάβαμε. Αποσύρθηκαν με τη σειρά όλοι. Αποσύρθηκε η προξενήτρα θεία Μαρίκα που θυμήθηκε ότι είχε μία ξαφνική δουλειά που είχε αφήσει στη μέση, αποσύρθηκε ο πατέρας μου που κρατιότανε με το ζόρι να μη γελάσει και έτσι γλυτώσαμε το λόγο που θα έβγαζε, αποσύρθηκε ο αδελφός μου που βαριότανε και χασμουριότανε.
Αμέσως μετά αποσύρθηκε και η εξαδέλφη Ελενίτσα δηλώνοντας σοβαρά σοβαρά για να μη χαλάσει το μέικ απ "δεν μου αρέσει αυτός ο γαμπρός, να μου φέρετε άλλον" μέσα στα μούτρα του γαμπρού και το προξενειό κουτρουβάλιασε άδοξα στις σκάλες.
Εν συνεχεία με τον αδερφό μου ήπιαμε μόνοι μας όλα τα ποτά που είχαν μείνει στα ποτήρια αφού κανένας δεν μας έβλεπε και αρχίσαμε να λέμε κάτι τρέλλες για νύφες και γαμπρούς δικαιώνοντας απολύτως τη γιαγιά μου την Κασσιανή που ξεφώνιζε "άντε να χαθούνε κι εδώ που ήρθανε, μου ματιάσανε τα παιδιά, αλλά τέλος πάντων φέρανε κι αυτή την ωραία γλάστρα και μας έλειπε μία τέτοια για το κεφαλόσκαλο".

Αργότερα η εξαδέλφη Ελενίτσα βρήκε μόνη της έναν γαμπρό που της άρεσε με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά και έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.
Οσο για τον πολλά υποσχόμενο εξαίρετο νέο δεν μάθαμε ποτέ τίποτα. 

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Η γιαγιά μου η Κασσιανή προστάτης των ερωτευμένων




Η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε ένα ξάδερφο το θείο Αριστοτέλη, που πολύ τον αγαπούσε. Αυτός ήτανε παντρεμένος με τη θεία Μαρίκα και είχανε 3 παιδιά της παντρειάς που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε γιατί τα παιδιά του θείου Αριστοτέλη ήτανε "της παντρειάς" ενώ εμείς δεν ήμασταν και πολύ στεναχωριόμαστε με τον αδελφό μου.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή όλο τραπέζωνε το θείο Αριστοτέλη και τη θεία Μαρίκα και τις Κυριακές που ερχόντουσαν αυτοί εμείς καθόμαστε παναγίες φανερωμένες που έλεγε η θεία Μαρίκα και πολύ μας καμάρωνε και μας έφερνε γλυφιτζούρια κανέλλα που δεν μας αρέσανε και τα πετάγαμε στο σκουπιδοντενεκέ αμέσως αλλά της λέγαμε ευχαριστώ και της δίναμε και φιλί στο μάγουλο γιατί έτσι μας είχανε πει να κάνουμε σαν καλά παιδιά.
Εκείνη την Κυριακή που ήρθε πάλι ο θείος Αριστοτέλης με τη θεία Μαρίκα γίνανε κάτι περίεργα πράματα. Η θεία Μαρίκα δεν μας έφερε γλυφιτζούρια και πολύ χαρήκαμε που γλυτώσαμε το φιλί στο μάγουλο και ο θείος Αριστοτέλης μια κοιτούσε το ρολόι του, μια ξερόβηχε, μια κοίταγε τα παπούτσια του που ήτανε πολύ μεγάλα, μια έβαζε κι έβγαζε το μαντήλι στη τσέπη του και ήτανε σα δαρμένος σκύλος και λέγαμε με τον αδελφό μου δεν είναι στα καλά του ο θείος Αριστοτέλης σα βλαμμένο κάνει σήμερα.
Η θεία Μαρίκα φαίνεται θα είχε τσακωθεί με το θείο Αριστοτέλη γιατί ήρθε στην κουζίνα να βοηθήσει τη γιαγιά μου την Κασσιανή και της έλεγε "ακούς εκεί ο ξεμωραμένος θέλει φιληνάδα ο έκφυλος" και ήτανε πολύ θυμωμένη κι έσπασε κι ένα ποτήρι καταλάθος από τα νεύρα της. Τότε η γιαγιά μου η Κασσιανή της είπε "μην κάνεις έτσι Μαρίκα μου θα του περάσει, άντρας είναι, ίδιοι είναι όλοι τους κακοχρόνο νάχουνε, αλλά και τι να κάνεις, να χαλάσεις το σπίτι σου με παιδιά της παντρειάς" και μετά έλεγε η θεία Μαρίκα "θα του βγάλω τα μάτια" και η γιαγιά μου η Κασσιανή " θα του τα ψάλλω κι εγώ Μαρίκα μου, σώπα, εμένα μ' ακούει, κι άμα θέλει ας μη μ' ακούσει που να του πει ο παπάς στ' αυτί του ξεμωραμένου ".
Ολο λέγανε, λέγανε και μετά αρχίσανε να ξεφωνίζουνε οι δυο μαζί "πω πω ξεχάσαμε το φαί στο φούρνο και άρπαξε" και τρέχανε σα βλαμμένες γύρω γύρω γιατί φαίνεται πιο σοβαρό πράμα ήτανε το φαί από το θείο Αριστοτέλη για τις καλές νοικοκυρές. Εκείνη την ημέρα φάγαμε αρπαγμένο φαί και ήτανε αρπαγμένοι ο θείος Αριστοτέλης με τη θεία Μαρίκα που δεν του μιλούσε καθόλου και μετά αρπαχτήκαμε ο αδελφός μου κι εγώ για κάτι βόλους πολύ ωραίους που τους είχαμε μισούς μισούς.
Μετά το φαϊ κάτι περίεργα νοήματα έκανε η γιαγιά μου η Κασσιανή στον πατέρα μου και τότε αυτός πήρε τη μάνα μου και τη θεία Μαρίκα να πάνε για καφέ στου Απέργη στην Κηφισσιά που πήγαινε όλος ο καλός κόσμος και εμείς τσιρίζαμε να μην πάμε μαζί και να μείνουμε σπίτι να παίξουμε, αλλά λέγαμε ψέμματα γιατί είχαμε πάθει μια αρρώστια που τη λέγανε εφηβεία και είχαμε γίνει πολύ περίεργοι και θέλαμε ν' ακούσουμε τι θα πούνε η γιαγιά μου η Κασσιανή με το θείο Αριστοτέλη που καθήσανε σπίτι. Κι επειδή δε γινόμαστε ζάφτι που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μας αφήσανε στο σπίτι να ησυχάσουνε κι αυτοί κι εμείς.
Τόσο συγχισμένη ήτανε η γιαγιά μου η Κασσιανή που ξέχασε την πόρτα του σαλονιού ανοιχτή και τ' ακούγαμε όλα που λέγανε με το θείο Αριστοτέλη.


"Βρε Αριστοτέλη τι πράγματα είν΄αυτά στην ηλικία σου, δεν ντρέπεσαι με παιδιά της παντρειάς, ξεμωράθηκες τελείως, έκφυλος έγινες εσύ που ήσουνα το καμάρι όλων μας" έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή στο θείο Αριστοτέλη που δεν μίλαγε καθόλου λες και είχε καταπιεί τη γλώσσα του όπως ο αδελφός μου άμα δεν ξέρει μαθηματικά.
"Δεν είναι πράγματα αυτά, ντροπή, τούτο μόνο σου λέω, ντροπή" συνέχιζε η γιαγιά μου η Κασσιανή τον εξάψαλμο και ο θείος Αριστοτέλης δε μίλαγε καθόλου και βάλαμε στοίχημα με τον αδελφό μου ότι είχε πεθάνει αφού δεν μίλαγε με τόση γκρίνια που του έκανε η γιαγιά μου η Κασσιανή γιατί εμείς όλο της αντιμιλούσαμε όταν μας μάλωνε.
"Τι να πεις, βέβαια δεν μιλάς καθόλου, έχεις μούτρα να μου απαντήσεις;" συνέχιζε η γιαγιά μου το τροπάριο στο θείο Αριστοτέλη που ή δεν την άκουγε ή μάλλον είχε πεθάνει όπως λέγαμε με τον αδελφό μου κι αρχίσαμε πια να είμαστε σίγουροι.
"Το καλό που σου θέλω καϋμένε μου, ότι έγινε έγινε, θα κόψεις μαχαίρι τις τρέλλες και θα κοιτάς το σπίτι σου, να μη ρεζιλευτούμε χειρότερα, που άμα το μάθουνε βρε παραπέρα δεν θα έχουμε μούτρα να κυκλοφορήσουμε στην κοινωνία, τσ... τσ... τσ..." έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή και φώναξε "ακούς βρε που σου μιλάω τέρμα αυτή η ιστορία ".
Και μετά του πέταξε βροντερά σαν τον Ιωάννη Μεταξά που είπε το βροντερό ΟΧΙ στους Ιταλούς όπως λέγαμε στο σχολείο " Οχι βρε, το σκέφτεσαι να σας πιάσουνε καμμιά μέρα με τα βρακιά στα χέρια; Τι ρεζιλίκι Χριστέ μου, κόλπος θα μου 'ρθει" έλεγε και ξανάλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή και τελειωμό δεν είχε με τον εξάψαλμο. Δεν θυμάμαι να μας είπανε στο σχολείο αν ο Ιωάννης Μεταξάς είχε πει στους Ιταλούς τίποτα για βρακιά στα χέρια, πάντως η γιαγιά μου η Κασσιανή το είπε πολύ βροντερά στο θείο Αριστοτέλη γιατί φαίνεται ότι τα βρακιά στα χέρια θα είναι κακό πράμα.


"Εγώ ξαδέρφη, αυτή τη γυναίκα την αγαπάω..." είπε σιγά ο θείος Αριστοτέλης, τόσο σιγά που τρομάξαμε να τον ακούσουμε αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή τον άκουσε πολύ καλά και, περίεργο πράγμα γι' αυτή που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της, μουγκάθηκε τελείως κι εμείς φοβηθήκαμε μην είχε πάθει πάλι κανένα εγκεφαλικό όπως την προηγούμενη Κυριακή που είχε έρθει ο κύριος Νομάρχης και τον είχε κουτουλίσει ο αδερφός μου κατά λάθος.
Πολύ ώρα δεν μίλαγε ούτε ο θείος Αριστοτέλης ούτε η γιαγιά μου η Κασσιανή και λέγαμε με τον αδελφό μου σίγουρα θα έχουνε πεθάνει και οι δύο μαζί αλλά φοβόμαστε να πάμε να κοιτάξουμε στο σαλόνι γιατί δεν είχαμε ξαναδεί δύο πεθαμένους μαζί και θέλαμε να τηλεφωνήσουμε στον αδερφό της γιαγιάς μου το δήμαρχο να έρθει γιατί αυτόν έπαιρνε πάντα ο πατέρας μου όταν υπήρχε κανένα σοβαρό ζήτημα στο σπίτι.
"Αχ βρε κακομοίρη μου.." είπε ξαφνικά μέσα στη σιωπή η γιαγιά μου η Κασσιανή πολύ σιγά "αγάπησες βρε μαύρε μου σ΄αυτή την ηλικία;"

"Ναι ξαδέρφη" είπε ξερά ο θείος Αριστοτέλης και σαν να μην τούβγαινε η φωνή του όπως εμείς άμα παθαίνουμε τις αμυγδαλές μας και πάλι δε μίλησε κανείς και ακούγαμε μόνο τη γιαγιά μου την Κασσιανή να ρουφάει τη μύτη της. Η γιαγιά μου η Κασσιανή ρούφαγε τη μύτη της μόνο όταν διάβαζε ένα βιβλίο που είχε στο κομοδίνο της και το λέγανε "Καρδία υπό πέτρα", τελείως ακαταλαβίστικο, αλλά αυτή έκλαιγε όταν το διάβαζε και είπαμε με τον αδελφό μου ότι μάλλον ο θείος Αριστοτέλης θα της έλεγε κάτι τέτοια που γράφει αυτό το βιβλίο και την κάνουνε και κλαίει κι άμα της μιλάμε τότε δεν μας δίνει σημασία.
Τότε καταλάβαμε με τον αδελφό μου ότι ο θείος Αριστοτέλης που ήτανε μεγάλος και είχε παιδιά της παντρειάς με τη θεία Μαρίκα, αγαπούσε μιά άλλη κυρία που δεν ήταν η θεία Μαρίκα και αυτό ήτανε κακό πράγμα αλλά όμως, ο θείος Αριστοτέλης είχε γίνει σαν κι εμάς που αγαπούσαμε τη συμμαθήτριά μας τη Λιλίκα και δεν της το λέγαμε σε όλο το δημοτικό αλλά μόνο την τσιμπούσαμε και της τραβάγαμε τα μαλλιά κι αυτή ξεφώνιζε "α να χαθείτε παλιόπαιδα" και μας κλώτσαγε αλλά δεν το έλεγε ποτέ στη δασκάλα μας.
"Τι να πω, τι να πω;" έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή "η καρδία ου διατάσσεται Αριστοτέλη, έρως εστί έρως" και μετά είπε "έρως ανίκατε μάχαν" και πάλι σωπάσανε πολύ ώρα και εμείς τρέξαμε προς το σαλόνι να δούμε από την πόρτα τι γινόταν γιατί είχαμε κι αυτή την αρρώστια την εφηβεία και πολύ περίεργοι είμαστε για τον έρωτα γενικώς και κάθε φορά που ακούγαμε αυτή τη λέξη σαν να βάζαμε τα δάχτυλά μας στην πρίζα ήτανε κι ας μην καταλαβαίναμε αυτά τα "ανίκατε" και τα "μάχαν".

Τότε είδαμε τον θείο Αριστοτέλη στην πολυθρόνα να σκουπίζει τα μάτια του με το μαντήλι του και τη γιαγιά μου την Κασσιανή όρθια δίπλα του να του χαϊδεύει τα μαλλιά, όπως έκανε όταν είχαμε πυρετό και ερχότανε στο κρεββάτι μας να μας πει παραμύθια και καταλάβαμε ότι αυτός ο έρωτας του θείου Αριστοτέλη που έκλαιγε θα ήτανε σαν τον πονόκοιλο που μας έπιανε εμάς όταν τρώγαμε πολλά κεράσια και κλαίγαμε αλλά ποτέ δεν βάζαμε μυαλό και όταν βρίσκαμε κεράσια πέφταμε με τα μούτρα.
Και εκείνη την περίφημη Κυριακή, που τη λέγαμε συνθηματικά από τότε με τον αδελφό μου "η Κυριακή του θείου Αριστοτέλη" καταλάβαμε ότι η γιαγιά μας η Κασσιανή αγαπούσε πιο πολύ πλέον το θείο Αριστοτέλη αφού είχε γίνει μικρός και έκλαιγε για μια κυρία που δεν ξέραμε αλλά ποτέ ξανά δεν μιλήσανε γι' αυτήν και για τον έρωτα του θείου Αριστοτέλη τουλάχιστον μπροστά μας.
Κι από τότε ο θείος Αριστοτέλης και η θεία Μαρίκα ερχόντουσαν στο σπίτι μας όπως παλιά αλλά εμείς θέλαμε να έρθει μια Κυριακή ο θείος Αριστοτέλης μόνος του με την άλλη κυρία που αγαπούσε και που ίσως τη λέγανε Λιλίκα.


Και τώρα, τόσα χρόνια μετά τις ροζ και χρυσαφί Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής, ξέρουμε πια ότι ο έρωτας του θείου Αριστοτέλη ήτανε ένας από τα εκατομμύρια έρωτες σε όλο τον κόσμο που σε κάνουνε να κλαις και να χτυπιέσαι και να μην ξέρεις αν είσαι παιδί ή μεγάλος και να θέλεις να φας παγωτό στο καταχείμωνο και να πέσεις στη θάλασσα όταν χιονίζει και ν' ανέβεις στη ρόδα του Λούνα παρκ και δε σε νοιάζει καθόλου που γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου

Είπαμε του Αγίου Πνεύματος το πρώτο μπάνιο, όχι νωρίτερα θα κρυώσεις


"Είπαμε, το πρώτο μπάνιο το κάνουμε του Αγίου Πνεύματος" μας έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μόλις πιάνανε οι ζέστες ο καιρός και αρχίζαμε να καταβρεχόμαστε με τα ποτιστήρια στον κήπο και λυσσάγαμε  πότε θα κατέβουμε στη θάλασσα επιτέλους. 
Κι εμείς πια δεν είχαμε άλλο βιολί κάθε μέρα πότε θα έρθει το Αγιο Πνεύμα στο σπίτι μας να πάμε στη θάλασσα κι η γιαγιά μου η Κασσιανή απελπιζότανε που ήμαστε τόσο χαζοί και λέγαμε βλακείες αλλά τι να κάνει;


Να μας πνίξει στη μπανιέρα δε γινότανε γιατί πολύ μας αγαπούσε αλλά άμα δεν ξέραμε κάτι πράματα που ήξερε αυτή σαν αυτό το άγιο πνεύμα τα έβαζε με τη μάνα μου που δεν μας έδινε λέει χριστιανική ανατροφή αλλά μας έκανε όλα τα χατήρια και μας χάλαγε κι αυτή της απαντούσε "τι λέτε μητέρα μικρά παιδιά είναι πού να ξέρουν περί Αγίου Πνεύματος" και δώστου μας χαϊδολογούσε χωρίς να μας εξηγεί περί αυτού του πνεύματος που είχε αγιάσει και ήτανε κάτι σαν περιστέρι αλλά όχι ακριβώς απ' ότι είχα καταλάβει.
Και πάντα μετά από αυτές τις γκρίνιες η γιαγιά μου η Κασσιανή έδινε λεφτά στη μάνα μου να μας ψωνίσει τα μπανιερά μας και ότι άλλο χρειαζόμαστε για να είμαστε πολύ ωραίοι στη θάλασσα και μας έσφιγγε στην αγκαλιά της σα να ήθελε να μας σκάσει αλλά εμείς ποτέ δε σκάσαμε. 


Τέλος πάντων κάθε φορά αυτό το Αγιο Πνεύμα ερχόταν Δευτέρα και ο μπαμπάς μου δεν πήγαινε στη δουλειά ποτέ αυτή τη Δευτέρα. Τότε  όμως ερχότανε να μας πάρει οικογενειακώς ο θείος Μπάμπης με την Πόντιακ για να πάμε στη θάλασσα του Φαλήρου όλοι μαζί. Αυτή η Πόντιακ ήτανε μια τεράστια πράσινη αυτοκινητάρα που εμείς με τον αδελφό μου τη λέγαμε "Ποντικάρα" και πολύ γελάγαμε γιατί μάλλον είχε μεγαλώσει τόσο επειδή θα έτρωγε όλες τις γάτες και απελπιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή επειδή όλο βλακείες λέγαμε και μυαλό δε βάζαμε. Αλλά τότε είχαμε αρχίσει ένα άλλο συνήθειο με τον αδελφό μου να βγάζουμε ανάποδα παραμύθια όπου τα ποντίκια κυνηγούσανε τις γάτες, τα λιοντάρια ήτανε κουτσά, ο καλός λύκος και η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα, οι καλές αδελφές της κακιάς Σταχτοπούτας και άλλα τέτοια γιατί τα θέλαμε όλα ανάποδα επειδή κάναμε επανάσταση στα παραμύθια και είχαμε βάλει και σημαιάκι στο μπαλκόνι μας που είχαμε φτιάξει μόνοι μας σαν τους πειρατές. Επειδή τα κάναμε όλα ανάποδα εκείνο τον καιρό η γιαγιά μου η Κασσιανή περίμενε πως και πως να έρθει το Αγιο Πνεύμα να μας φωτίσει και είπε και του παπά - Ηλία που ήτανε φίλος της να έρθει να μας διαβάσει μια ευχή για το αναπόδιασμα.  
Αμα ερχότανε λοιπόν το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας το είχαμε σαν έθιμο που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή να πάμε για θαλασσινό μπάνιο όλοι μαζί οικογενειακώς στο Φάληρο, δηλαδή στο νέο όχι στο παλιό και εκειπέρα βλέπαμε παλιά και τον βασιλιά με τη βασίλισσα και τον διάδοχο που μετά που πέθανε ο μπαμπάς του έγινε αυτός βασιλιάς και πήγαιναν κι αυτοί για αναψυχή στη θάλασσα αλλά μετά τους διώξανε και δεν τους ξαναείδαμε και ο αδελφός μου στεναχωρήθηκε επειδή ο βασιλιάς τον είχε χαϊδέψει μια φορά αλλά εγώ δεν στεναχωρέθηκα καθόλου γιατί ο μπαμπάς μου έλεγε ότι η  βασίλισσα ήτανε η Φράου Φρίκη.
Οταν ερχότανε ο θείος Μπάμπης λοιπόν να μας πάρει για μπάνιο στο Φάληρο γινόντουσαν διάφορα πράγματα πολύ νευριαστικά μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Πρώτα πρώτα έπρεπε να πιούνε καφέ οι μεγάλοι με το θείο Μπάμπη στη βεράντα και να του δώσουνε να δοκιμάσει τα κουλουράκια της μαμάς μου κι εμείς λυσσάγαμε από το κακό μας πότε θα ξεκινήσουμε επιτέλους. Αλλά αυτοί το κάνανε επίτηδες και λέγανε ένα σωρό βλακείες για τον καιρό και τι νέα και τέτοια και πολύ μας νευριάζανε γιατί πηγαίνανε με το πάσο τους κι εμείς βιαζόμαστε. Ασε που μετά τον καφέ και τα κουλουράκια θέλανε και μισή ώρα να φορτώσουνε τα τζαντζαλομάντζαλα που έλεγε η μάνα μου, μαζί με εμάς τους μικρούς που είχαμε γίνει σύσκατοι από το πέρα δώθε, με τη Μαριέττα που την παίρναμε μαζί για να μας προσέχει και τα ποδήλατά μας.


Μετά έλεγε ο θείος Μπάμπης στη γιαγιά μου την Κασσιανή "περάστε μπροστά συμπεθέρα" και άμα το έλεγε αυτό  θρονιαζότανε στο μπροστινό κάθισμα της Ποντικάρας η γιαγιά μου η Κασσιανή σαν το Βούδα με μια απαίσια καπελαδούρα στο κεφάλι και η μάνα μου έκανε νόημα στον πατέρα μου ότι ήτανε σαν τη θεία απ' το Σικάγο και γελάγανε κρυφά κι εμείς νευριάζαμε γιατί δεν είχαμε καμμία θεία στο Σικάγο που λέγανε αυτοί.
Μετά μας στριμώχνανε εμάς τους μικρούς και τη Μαριέττα ανάμεσά τους στο πίσω κάθισμα και ξεκινάγαμε καμμιά φορά αφού πρώτα όλοι οι μεγάλοι κάνανε το σταυρό τους κι εμάς μας αγριοκοίταγε η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν τον κάναμε και τότε της λέγαμε "τι κοιτάς καλέ αφού δεν είμαστε στην εκκλησία να κάνουμε το σταυρό μας" κι αυτή γύρναγε μπροστά της και μουρμούραγε "Ημαρτον Κύριε με δαύτα μην κολαστώ και πάμε και ταξίδι".  
Είχανε μια μανία οι μεγάλοι να τραγουδάνε κάθε φορά που κατεβαίναμε στο Φάληρο κάτι σαχλά τραγούδια "άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα" και "δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες" και τέτοια και η μάνα μου έκανε πάντα πρώτη φωνή γιατί ήτανε υψίφωνος που δεν ήξερα τι θα πει αλλά έτσι λέγανε όλοι και θαυμάζανε και ο μπαμπάς μου καμάρωνε όπως άμα παίρναμε εμείς καλούς βαθμούς. Εμάς όμως εκεί που έλεγε τις μπλε βλεφαρίδες μας έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο που κατέβαινε τη λεωφόρο Συγγρού για να πάμε στο Φάληρο γιατί άμα η μαμά μου τραγούδαγε γινότανε κάτι μαγικό και κοιμόμαστε ξεροί και μάλλον γιαυτό τραγούδαγε για να κοιμόμαστε εμείς και να τους αφήνουμε ήσυχους. 
Εκειπέρα στο νέο Φάληρο πηγαίναμε γιατί έμενε η θεία Δώρα η αδελφή της μαμάς μου που είχε παντρευτεί το θείο Μπάμπη και αυτός ήτανε ο καλύτερος θείος που είχαμε γιατί μας έκανε όλα μας τα χατήρια και πιο πολύ τα δικά μου φυσικά γιατί εμένα αγαπούσε πιο πολύ και με φώναζε "μπέμπα" και με πέταγε πάρα πάρα πολύ ψηλά. Αμα το έβλεπε αυτό η γιαγιά μου η Κασσιανή φώναζε "μηηηηηηηηηηηη συμπέθερε το παιδί θα το κοψομεσιάσεις" και μετά έπεφτε σε μια πάνινη πολυθρόνα που της βάζανε στην αυλή και έπεφτε ακριβώς πάνω στην πολυθρόνα και όλο σκεφτόμουνα εγώ από μέσα μου "τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι, τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι" αλλά αυτή ποτέ δεν έσκασε σαν καρπούζι αλλά μόνο της δίνανε Καλμόλ να συνέλθει από το φόβο που την έπιανε άμα με πέταγε εμένα ψηλά ο θείος Μπάμπης.


Το σπίτι της θείας μου της Δώρας ήτανε πάρα πολύ ωραίο και στο κήπο είχε δύο πολύ μεγάλους φοίνικες και όλο λουλούδια και δέντρα που ήτανε σαν ζούγκλα και είχανε παπαγάλους και καρδερίνες και γάτες και σκύλο και χελώνες και εμείς λέγαμε ότι αυτό ήτανε το βασίλειο της Λολίτας γιατί έτσι φωνάζαμε τη θεία Δώρα που ήτανε πολύ όμορφη και ψηλή και ξανθιά όπως αυτές οι βασίλισσες στα παραμύθια. Εμείς πολύ την αγαπούσαμε τη Λολίτα μας και δεν μας πείραζε που δεν είχε παιδιά να παίζουμε αλλά έπαιζε αυτή μαζί μας πάντα και ήτανε τόσο ωραία που άμα θύμωνα εγώ με τη μαμά μου της έλεγα  "θα φύγω να πάω στη Λολίτα μου και θα δεις εσύ" και τότε τη μαμά μου την έπιανε τρόμος και μου έκανε όλα μου τα χατήρια και πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι.
Τέλος πάντων όλο στο Φάληρο πηγαίναμε όταν ερχότανε το άγιο πνεύμα και κάναμε μπάνιο στην Ταραντέλα γιατί εκεί πολύ της άρεσε της γιαγιάς μου της Κασσιανής και πήγαινε λέει εκειπέρα από νιάτα της στα μπαιν μιξ που δεν ήξερα τι είναι αλλά μάλλον ανακατευόντουσαν αρσενικοί και θηλυκοί άθρωποι και είχαμε δει εκατό χιλιάδες φορές τις φωτογραφίες με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και τον αδελφό της το δήμαρχο άμα ήτανε νέοι με κάτι περίεργα μπανιερά με ρίγες σαν σωβρακοφανέλες  και άλλη μια φωτογραφία που έλεγε "Ενθύμιον Φαλήρου Πολυτελές Ξενοδοχείον Ακταίον" όπου η γιαγιά μου την Κασσιανή με τον παππού μου που ήτανε νιόπαντροι κάνανε ηλιοθεραπεία με τις ριγέ σωβρακοφανέλλες σε κάτι σαιζ λογκ άσπρες στην αμμουδιά μπροστά στο ξενοδοχείο.



Και μετά πηγαίναμε στις Τζιτζιφιές για μαριδάκια και χταποδάκια που τα τρώγανε μόνο οι μεγάλοι αλλά εμείς οι μικροί κάναμε μπλιαξ και δεν τα τρώγαμε καθόλου. Μόνο τα λυσσακά μας τρώγαμε  στο παιχνίδι και πίναμε πορτοκαλάδες ΕΨΑ όλη την ώρα και μας έπιανε κατούρημα αλλά τρέχαμε στη θάλασσα και δεν το καταλαβαίνανε οι μεγάλοι.


Μία φορά όμως που είχε έρθει πάλι το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας πήγαμε οικογενειακώς με την Ποντικάρα στη Χαλκίδα και κάναμε μπάνιο μπροστά σ' ένα ωραίο κόκκινο σπίτι που το είχε ένα κύριος φίλος του παππού μου που είχε πεθάνει και πολύ μας άρεσε. Οχι που είχε πεθάνει ο κύριος με το κόκκινο σπίτι αλλά που πήγαμε εκδρομή στη Χαλκίδα που είχε ωραία ψάρια και κάτι ψαράδες βγάζανε και αχιβάδες. Και είχε και τα νερά που πηγαίνανε πέρα - δώθε στο στενό του Ευρίπου όπως μας εξήγησε η μαμά μας και μέχρι σήμερα έτσι κάνουνε τα νερά αυτά χωρίς να σταματάνε καθόλου και είπε μία λέξη δύσκολη που ήτανε "αενάως" και όταν πήγα στο σχολείο την άλλη μέρα το ξεφούρνισα κι εγώ στη δασκάλα μου αυτό το αενάως κι αυτή μου είπε "εύγε Σόφη" και μετά ήμουνα χαρούμενη όλη μέρα αενάως. 


Εκείνη την ημέρα που είχαμε πάει εκδρομή στη Χαλκίδα μας βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι εμένα και τον αδελφό μου γιατί δεν φοράγαμε τα καπέλα μας και κυνηγιόμαστε στην παραλία σαν τα τρελλά γιατί εκεί δεν ήτανε σαν το Φάληρο και δεν είχε κανέναν άλλο κόσμο εκτός από μας και μπορούσαμε να κάνουμε ότι θέλαμε και να παίζουμε τους Ινδιάνους και μόλις κατεβαίναμε από τ' αυτοκίνητο τρέχαμε σαν τα παλαβά πέρα δώσε και πετάγαμε τα ρούχα μας στην άμμο.
"Σταθείτε βρε μην ξεβρακωνόσαστε, βάλτε τα μπανιερά σας σωστά" φώναζε η γιαγιά μου η Κασσιανή και ο θείος Μπάμπης με τον πατέρα μου κατεβάζανε μισή ώρα από τ' αυτοκίνητο όλο το νοικοκυριό της γιαγιάς μου της Κασσιανής που είχαμε φέρει κάτι πολυθρόνες πάνινες, ένα ξύλινο τραπέζι, μια μεγάλη ομπρέλλα και μία μικρή, ένα καλάθι με φαγιά, πετσέτες, κουλούρες, βατραχοπέδιλα, κουβαδάκια, απόχες, το καλάμι του ψαρέματος του θείου Μπάμπη, το κουτί με τα φάρμακα για τις τσούχτρες και τις μέλισσες, το τρανζίστορ και το φουσκωτό στρώμα που μας είχε φέρει δώρο η θεία Δώρα και το είχε πάρει από τον Κατράντζο που ήταν πολύ καλό μαγαζί και είχε όλο τέτοια πράματα. Και μετά κατέβασανε και τα ποδήλατά μας γιατί δεν πηγαίναμε πουθενά χωρίς αυτά αλλά ποτέ δεν κάναμε γιατί η θάλασσα είναι πιο ωραία από το ποδήλατο που κάνεις και στο σπίτι σου.


Εκειπέρα ανακαλύψαμε κι ένα πολύ ωραίο καινούργιο παιχνίδι με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που πήγε και χώθηκε μέσα στην άμμο και ήτανε μόνο το κεφάλι της έξω με την καπελαδούρα κι εμείς της ρίχναμε άμμο αποπάνω μέχρι που ήρθε ο πατέρας μου και την έσωσε γιατί μάλλον της ρίξαμε πάρα πολύ και θα την πνίγαμε λέει στο αμμόλουτρο.  
Ομως τότε που είχαμε πάει στη Χαλκίδα ήτανε πάρα πολύ ωραία γιατί μαζέψαμε και αχιβαδίτσες και ψαράκια με τις απόχες μας και μετά κάναμε και κάστρα πάνω στην άμμο με τα καινούργια κουβαδοφτυαράκια μας.
Γενικά, όπως λέγαμε και στην έκθεση που γράφαμε στο σχολείο, στο πρώτο μπάνιο περνούσαμε υπέροχα. Η μάνα μου που ήτανε πολύ άσπρη πασαλειβότανε με Νιβέα και ο πατέρας μου της έβαζε στην πλάτη και της έδωσε κι ένα φιλί και εμείς καθόμαστε σαν τους χαζούς και τους κοιτάγαμε που γελάγανε μεταξύ τους κι εμένα πολύ με νευριάζανε άμα κοιταζόντουσαν έτσι μέσα στα μάτια αλλά τον αδελφό μου δεν τον νοιάζανε αυτά γιατί ήτανε μπούφος.


Και πολύ ζήλευα που κοιταζόντουσαν αυτοί έτσι μέσα στα μάτια κι έλεγα πώς άμα μεγαλώσω θα πάρω κι εγώ έναν άντρα να με κοιτάει μέσα στα μάτια και να τον κοιτάω κι εγώ.


Κι εμείς ήμασταν πολύ άσπροι αλλά επειδή σιχαινόμαστε τις Νιβέες δεν καθόμαστε να μας βάλει η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλο τρέχαμε μπρος εμείς και πίσω αυτή να μας χώσει απ' το κεφάλι κάτι άσπρα κασκορσέ που έλεγε αυτή τα φανελάκια να μη μας κάψει ο ήλιος επειδή ήτανε το πρώτο μπάνιο που κάναμε. 
Εμείς μόλις κατεβαίναμε απ' το αυτοκίνητο βλέπαμε τη θάλασσα που ήτανε γυαλιστερή σαν τα πολύχρωμα γυαλάκια που φυλάγαμε στο κουτί με τα μαγικά που είχαμε μας έπιανε μία τρέλλα και θέλαμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τότε όμως η μάνα μου με τη Μαριέτα και την γιαγιά μου την Κασσιανή κάνανε κύκλο μεταξύ τους και μας μαντρώνανε να πάμε στη θάλασσα σιγά σιγά να μην πνιγούμε γιατί ήτανε λέει το πρώτο μπάνιο. Εμένα όμως πολύ με νευριάζανε όλα αυτά γιατί εμείς ξέραμε καλό μπάνιο που μας είχε μάθει ο μπαμπάς μας και κολυμπάγαμε σα δελφίνια και αυτές ήτανε χαζές και φοβιτσιάρες λέγαμε με τον αδελφό μου.


Οταν ήτανε το πρώτο μπάνιο μας βάζανε στη θάλασσα με αυτό το σχέδιο όλες μαζί και μετά είχανε βγάλει ένα πρόγραμμα που έπρεπε να το ακολουθήσουμε κατά γράμμα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μην αρρωστήσουμε. Αυτό το πρόγραμμα ήτανε να μείνουμε λίγο μέσα στη θάλασσα, μετά να βγούμε γρήγορα και να ξεπλυθούμε με ένα μπετόνι νερό που είχανε κουβαλήσει μαζί τους και μετά να βάλουμε άσπρο φανελάκι και να μην κάτσουμε γδυτοί στον ήλιο αλλά κάτω από την ομπρέλλα πρώτα και μετά να πάρουμε τα κουβαδάκια μας και να παίξουμε αφού ηρεμήσουμε από τη θάλασσα όπως λέγανε αυτές.
Αμα το κάνανε αυτό το πρόγραμμα τις λέγαμε "σιχαμένες βασανίστριες" και τρέχαμε να παραπονεθούμε στο μπαμπά μας που αυτός μας καταλάβαινε πάντα αλλά μόνο στο πρώτο μπάνιο άμα του παραπονιόμαστε για τις βασανίστριες γελούσε και μας έλεγε ότι πρέπει να κάνουμε ότι λέει η μαμά μας για να μην πάθουμε ηλίαση και εμείς λέγαμε μέσα μας "αει να χαθείς κι εσύ" και θυμώναμε και λέγαμε ότι άμα μεγαλώσουμε θα πάρουμε ένα καϊκι με τους φίλους μας να κάνουμε τρέλες μέσα στη θάλασσα και βουτιές και τέτοια και δεν θα φοράμε φανελλάκια ούτε στο πρώτο ούτε σε κανένα άλλο μπάνιο και θα γίνουμε πειρατές να πάμε στη χώρα της αναποδιάς που θα παίρναμε μαζί μας μόνο τη Λολίτα και κανέναν άλλον.


Ομως επειδή κάθε φορά που πηγαίναμε για το πρώτο μπάνιο είχαμε και μεγάλο φόβο μήπως μας χώσουνε πάλι στην Ποντικάρα και γυρίσουμε σπίτι μας άρον άρον καθόμαστε αναγκαστικά Παναγίες φανερωμένες και έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή "είδες πώς ηρεμήσανε τα χρυσούλια μου στη θάλασσα, εμ βέβαια είναι και του Αγίου Πνεύματος μεγάλη η χάρη του" και μετά πήγαινε να χωθεί με την ησυχία της στην άμμο όπου ο μπαμπάς μου της είχε φτιάξει ένα λάκο και της έλεγε "έτοιμος ο λάκος σας μητέρα" και γελάγανε οι άλλοι κι εμείς δεν καταλαβαίναμε γρυ γιατί γελάγανε  αυτοί.
Τέλος πάντων πολύ ωραία περνάγαμε στο πρώτο μπάνιο και την άλλη μέρα όμως δεν λέγαμε στους φίλους μας ότι καθόμαστε Παναγίες κάτω απ' την ομπρέλλα με τα άσπρα κασκορσέ για να μη μας πούνε βλαμμένα αλλά κάναμε τους σπουδαίους ότι κάναμε βουτιές από ένα ψηλό βράχο και ότι είμαστε πολύ γενναίοι στα κύμματα και τέτοια κι αυτοί μας θαυμάζανε και μας λέγανε ότι είμαστε πολύ τυχεροί γιατί αυτούς δεν τους αφήνουνε οι γονείς τους να κάνουνε τέτοια αλλά τους βάζανε με το ζόρι κάτω από κάτι ομπρέλες και τους παστώνανε με νιβέα στην πλάτη και κολλάγανε και ήτανε μπλιαξ.



Και τώρα που μεγαλώσαμε μυαλό δε βάλαμε. Μόλις βλέπουμε θάλασσα θέλουμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα . Αντε καλά μπάνια και φέτος !!! 















Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείουBlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook



Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Λικέρ Ρόδι, το Bacardi Pink της Σόφης


Το φθινόπωρο η ροδιά του κήπου μας είναι φουντωτή και φορτωμένη. Κρίμα τόσα ρόδια να τα τρώνε τα πουλιά, σκέφτηκα κι έπεσα με τα μούτρα να φτιάξω λικεράκι. Ενα σωρό συνταγές είδα, άλλες με τσίπουρο, άλλες με βότκα, άλλες με κονιάκ. Ηθελα όμως κάτι άλλο, μοναδικό. 
Εφτιαξα λοιπόν το λικέρ με λευκό bacardi που είναι από τα αγαπημένα μου ποτά. Το αποτέλεσμα με δικαίωσε απόλυτα. Εγινε υπέροχο, αρκετά ελαφρύ με καθαρή γεύση αρωματισμένου φρούτου που μπορεί να ανοίξει ευχάριστα και να κλείσει γευστικά μια ωραία βραδιά.  

υλικά
4-5 μεγάλα ρόδια
Ζάχαρη
1 μπουκάλι λευκό bacardi

παρασκευή 
Καθαρίζω τους σπόρους του ροδιού πολύ προσεκτικά να μην υπάρχουν καθόλου φλούδες επάνω. Απλώνω σε ένα μεγάλο ταψί και τα ξεδιαλέγω προσεκτικά λίγα λίγα ώστε να πάρω τους πιο κόκκινους σπόρους και να μην υπάρχει κανένα σάπιο ή κανένα σκουλικάκι.
Εν συνεχεία σε μια καθαρή γυάλα που κλείνει με καπάκι ασφαλείας και λάστιχο (υπάρχουν στο εμπόριο με μεταλλικό κλιπ), ρίχνω τους σπόρους του ροδιού με μια κούπα.
Οσες κούπες ρόδι ρίξω προσθέτω άλλες τόσες κούπες ζάχαρη λευκή.
Εν συνεχεία ανακατεύω με μια κουτάλα να πάει η ζάχαρη παντού, το αφήνω 10 λεπτά με ανοιχτό καπάκι και ρίχνω μέσα το bacardi. Ανακατεύω ελαφρά πάλι με την κουτάλα.
Πρέπει το ποτό να σκεπάζει τους σπόρους.

Η δική μου δόση είναι 5 κούπες ρόδι, 5 κούπες ζάχαρη, 1 μπουκάλι bacardi. Μπορούμε να το κάνουμε και με 6 κούπες ρόδι - 5 κούπες ζάχαρη σε μια γυάλα 1,5 - 2 λίτρα.
Τοποθετούμε τη γυάλα κλειστή πλέον σε σκοτεινό και δροσερό μέρος. 
Προσοχή όχι φως και ζέστη. 
Ανοίγουμε τη γυάλα κάθε 6-7 μέρες και την ανακατεύουμε να λειώνει η ζάχαρη και να παίρνει λίγο αέρα για 4-5 λεπτά. Οι σπόροι του ροδιού επιπλέουν στην επιφάνεια πλέον.
Σε 20-25 μέρες το λικέρ μας είναι έτοιμο.Οι σπόροι του ροδιού σχεδόν λευκοί πλέον επιπλέουν και πρέπει να το σουρώσουμε πολύ καλά με τουλπάνι και φίλτρο του καφέ μέχρι να πάρουμε εντελώς διαυγές υγρό. Οταν πάρουμε απολύτα διαυγές υγρός το βάζουμε στα μπουκάλια που θέλουμε, τα οποία έχουμε αποστειρώσει πρώτα (απλή θέρμανση στο φούρνο) για να κρατήσει το ποτό μας καλύτερα.
Το ονόμασα Bacardi Pink ή Ροζ Μπακάρντι και όποιος το φτιάξει....θα με θυμάται !!!
Εξαιρετικό άρωμα, γεύση και χρώμα που θα ικανοποιήσουν και τους πιο απαιτητικούς.


Τις Κυριακές να τις κρατάς παιδάκι μου



Τις Κυριακές να τις κρατάς παιδάκι μου, έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.
"Από πού να τις κρατάω;" ρώταγα κάθε φορά που την άκουγα και συγχιζόταν τόσο που αμέσως έπαιρνε το χάπι για την πίεση.
Αυτό το παιδί ή χαζό είναι ή έχει βαλθεί να με σκάσει Παναγία μου, έλεγε μέσα από τα δόντια της και σταυροκοπιόταν, με έταζε στην Παναγία της Τήνου και σε όποια άλλη ήξερε κι έφτυνε στον κόρφο της. Κι αυτό δεν το καταλάβαινα, γιατί να φτύνει στον κόρφο της γριά γυναίκα, αλλά τώρα ξέρω ότι μάλλον φοβόταν μήπως είναι κολλητική η χαζομάρα μου και πάρει κι αυτή καμμιά δόση στα γεράματά της.
Κι άρχιζε πάλι το βιολί της για τη χρησιμότητα της Κυριακής στην ανάπαυση του ανθρώπου που όπως ο Θεός εργάστηκε 6 ημέρες και την εβδόμη αναπαύτηκε έτσι και ο άνθρωπος πρέπει την έβδομη μέρα δηλαδή την Κυριακή να αναπαύεται.
Οταν τα άκουγα αυτά μ' έπιανε ένας τρόμος ανεξήγητος. Πάσχιζα να καταλάβω τι δουλειά είχε κάνει ο Θεός επί έξι μέρες κι όσο μου εξηγούσαν ότι έφτιαξε όλο τον κόσμο σε 6 μέρες και μετά καθόοοοοοτανε, θαύμαζα που κοτζάμ Θεός ήθελε να φτιάξει όλο τον κόσμο κι έλεγα από μέσα μου αφού μια χαρά ήτανε μόνος του στο σύμπαν και τι τα ήθελε τα βάσανα.
Εκεί στην εφηβεία άρχισα να λέω πάλι μέσα μου, ότι δεν μπορεί ο Θεός θα είναι μεγάλη μαζόχα να τα έχει όλα τέλεια γύρω του και να φτιάξει όλους εμάς να τον πρήζουμε κάθε μέρα.
Αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή συνέχιζε το τροπάριό της για την Κυριακάτικη σχόλη και πολύ της άρεσε και η Βουγιουκλάκη στην Κόρη μου τη Σοσιαλίστρια που πάει εκδρομή, η καλή πλούσια τους καλούς φτωχούς εργάτες της με το φορτηγό για μπάνιο και τραγουδάει "Κυριακή γιορτή και σχόλη νάταν η βδομάδα όλη ..." και δώστου ν' ανεμίζει το μαλλί.. Ειδικά εκεί που όλοι παρακαλάγανε τον Παπαμιχαήλ να πάει στην εκδρομή μαζί τους κι αυτός έκανε νάζια και στο τέλος πέταγε τη φοβερή ατάκα "αφήστε με ρε παιδιά, δεν έχω κάνει και το κουμάντο μου" η γιαγιά μου η Κασσιανή κλασσικά το ίδιο "άντε βρε κερατά" και έσκαγε χαμόγελο με νόημα που δεν καταλαβαίναμε ο αδελφός μου κι εγώ αλλά δεν μας ένοιαζε καθόλου.
Τελικά αυτές οι Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής δεν ήτανε καθόλου χαλαρές, ούτε αναπαυτικές. Πρώτα πρώτα γιατί έπρεπε να σηκωθούμε πρωί να εκκλησιαστούμε ανελλιπώς γιατί μας έπαιρνε και μας σήκωνε αν δεν το κάναμε. Μετά, με τα καλά μας ρούχα, έπρεπε να γυρίσουμε στο σπίτι και να ξεκινήσουμε την ιεροτελεστία του κυριακάτικου φαγητού εναλλάξ μια Κυριακή κοκκινιστό με μακαρόνια, μια Κυριακή αρνί στο φούρνο με πατάτες και τούμπαλιν.
Ο μπαμπάς μου γραβατωμένος, η μαμά μου με μαλλί ταψί από το κομμωτήριο που πήγαινε τα Σάββατα.
Κλασσικά καθόμαστε στο τραπέζι, η γιαγιά Κασσιανή με το ατσαλάκωτο μπλε φουστάνι της και η άλλη μου γιαγιά από τη μάνα μου που ήταν αγία γυναίκα και τη λέγανε Χέλγκα γιατί ήταν Γερμανίδα και την είχε αγαπήσει ο παππούς μου στη Ρόδο προ αμνημονεύτων ετών, ο μπαμπάς γραβατωμένος και η μαμά με το ταψί στο κεφάλι, ο αδελφός μου που πάντα ήμασταν τσακωμένοι όταν καθόμαστε στο τραπέζι για χιλιάδες λόγους από τους οποίους δεν θυμάμαι κανένα, η θεία Ελένη και ο θείος Δημήτρης που εκτός από το κουτί με τις πάστες έφερναν μαζί τους και τα δυο πολυαγαπημένα μας ξαδέλφια που μονίμως κλωτσιόμαστε κάτω από το τραπέζι και μας έδερναν οι μανάδες μας γιατί κάναμε -συν τοις άλλοις - και ψίχουλα.
Αυτό το - συν τοις άλλοις - ποτέ δεν το κατάλαβα και κανένας δεν μου το εξηγούσε.
Το χειρότερο είναι που μας κρεμάγανε κάτι τεράστιες πετσέτες στο λαιμό για να μη λερώσουμε τα κυριακάτικά μας ρούχα και είμαστε τόσο γελοίοι που ποτέ δεν μιλάγαμε γι΄αυτό στους φίλους μας έξω από το σπίτι, γιατί ντρεπόμαστε για τα χάλια μας, τυλιγμένοι στις άσπρες πετσέτες σαν τα μαμόθρεφτα.

                     

Κι αφού ρημαδοτρώγαμε όσο πιο προσεκτικά γινόταν, μετά τρώγαμε υποχρεωτικά το φρούτο και υποχρεωτικά αποπάνω και το γλυκό κι ενώ λαχταρούσαμε να πάμε να παίξουμε με τα ξαδέλφια οι μανάδες μας αγριοκοίταγαν μην τυχόν τολμήσουμε να κουνηθούμε από το τραπέζι γιατί ήταν μεγάλη αγένεια να διακόψουμε την ιεροτελεστία αυτή.
Οταν καμμιά ώρα τέλειωναν οι μεγάλοι και θέλανε να πούνε τα δικά τους μας άφηναν επιτέλους να πάμε στο δωμάτιό μας, αλλά πάλι προσοχή να μη λερωθείτε και τα λοιπά. Κι έλεγα μέσα μου πώς να λερωθούμε αφού όλα είναι πεντακάθαρα αλλά έμαθα να μην εξωτερικεύω τις σκέψεις μου κι έλεγα πάντα "ναι μαμά" τρέχοντας να προλάβω τους άλλους που μαλλιοτραβιόντουσαν ήδη στο δωμάτιό μας.
Εκεί κατά τις 6 το απόγευμα το χαρωπό αυτό γεγονός της Κυριακάτικης σύναξης έπαιρνε τέλος κι άρχιζε το μαρτύριο της προετοιμασίας της σχολικής τσάντας για τη Δευτέρα, γιατί έπρεπε να κοιμηθούμε και νωρίς να μην έχουμε καθυστερήσεις στην πρωϊνή έγερση. 
......................................................................................................................................                              
Ούτε κινητά, ούτε facebook, ούτε ιστολόγια υπήρχαν. Μόνο μια τρελλαμένη γάτα στην απέναντι ταράτσα έκοβε βόλτες και μ' έπιανε λύσσα πότε να μεγαλώσω να παίρνω τους δρόμους σαν κι αυτήν χωρίς την πετσέτα στο λαιμό και τη γιαγιά μου την Κασσιανή να με κυνηγάει να γίνω καλό παιδί, γιατί θα έρθει ο δράκος να με φάει αν δεν γίνω........


Ολα στο ροζ και σιέλ όνειρο της παιδικότητάς μας που τότε δεν ήξερα πόσο θα το νοσταλγήσω ..
Και κάθε Κυριακή να ονειρεύομαι εκείνες τι παλιές, τις παραμυθένιες Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής που τόσο με σύγχιζαν και τόσο τις αγαπούσα !!!