Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Δεν μπορούσα να γράψω τίποτα άλλο ....έφτιαξα όμως μαρμελάδα μανταρίνι

Ξεκίνησα να γράψω άλλα αλλά δεν μου έβγαιναν με τίποτα. Πρέπει νάχεις και οίστρο που λένε και δεν είχα...Τα φιλαράκια μου περίμεναν άλλη μια ιστορία της γιαγιάς μου της Κασσιανής που την παλεύω μερικές μέρες τώρα αλλά τελικά δεν μου βγήκε κυριακάτικη, τι να κάνω τώρα;
Η γιαγιά μου η Κασσιανή κάνει τα νάζια της, βγαίνει όποτε θέλει αυτή...έτσι έκανε και όταν ζούσε.
Μας τρέλλαινε όλους μέχρι να γίνει το δικό της.
Αφού λοιπόν δεν μπορώ να σας γράψω αυτό που είχα σκοπό σκέφτηκα να σας δώσω τη συνταγή της αγαπημένης μου μαρμελάδας που την έκανα μόνη μου -συνταγή και μαρμελάδα εννοώ- και μου βγήκε πολύ ωραία.
Και σε πείσμα της γιαγιάς Κασσιανής που κάνει νάζια να σας πω ότι η μαρμελάδα αυτή μου θυμίζει την άλλη μου γιαγιά τη Σοφία που έκανε μια παρόμοια και πολύ μου άρεσε πάλι με μανταρίνια και πάλι από τα ίδια δέντρα στα Μεσοχώρια. Να πως :
Στα Μεσοχώρια της νότιας Εύβοιας έχουμε από αμνημονεύτων ετών ένα μικρό σπιτάκι σαν κουκλόσπιτο. Καμαρώνω την αυλή του με το παλιό πηγάδι και τις μανταρινοπορτοκαλιές που σε ξετρελλαίνουν με τα αρώματά τους. Ο τόπος έχει γενικά πολλά νερά και ευνοεί όλα τα εσπεριδοειδή. Τέτοια νόστιμα και αρωματικά φρούτα δεν έχω φάει πουθενά αλλού. Το Δεκέμβρη σε μια επίσκεψη αστραπή μάζεψα μπόλικα φρέσκα φρέσκα μανταρίνια και μετά άρχισε το πρόβλημα τι να τα κάνω. Τελικά χάρισα σε φίλους αρκετά και με όσα έμειναν έκανα λικέρ μανταρίνι και μια μαρμελάδα δικής μου εμπνεύσεως σύμφωνα με όσα θυμόμουνα από την παλιά που έφτιαχνε η γιαγιά Σοφία.
Να σας πω ότι βγήκε καταπληκτική; Θα μου πείτε...η κουκουβάγια τα κουκουβαγάκια και τα λοιπά.
Εγώ σας δίνω τη συνταγή και δείτε μόνοι σας όσοι τη φτιάξετε....

από τη φετεινή μου σοδειά - η πρώτη κουταλιά της μαρμελάδας μου
Μερικά προκαταρκτικά
Θέλω πάντα η μαρμελάδα να διατηρεί το άρωμα και τη γεύση του φρούτου από το οποίο προέρχεται. Ετσι δεν βάζω ποτέ γλυκόζη γιατί σκεπάζει το άρωμα του φρούτου και επίσης βάζω πάντα ποσότητα ζάχαρης ίση με το 60% του έτοιμου φρούτου που έχω. Δεν βάζω ίση ζάχαρη με το φρούτο γιατί δίνει αρκετά υγρά και αναγκαζόμαστε να βράζουμε περισσότερο οπότε χαλάει και το χρώμα του φρούτου.
Αλλωστε δεν μας αρέσουν τα πολύ πολύ γλυκά στο σπίτι και γενικά προτιμάμε τις φρουτένιες φρέσκιες γεύσεις.
Δεν κάνω ποτέ μεγάλες ποσότητες γιατί το μυστικό κάθε μαρμελάδας φρούτου είναι να είναι φρέσκια. Ετσι την κάνω 3-4 φορές όσο υπάρχουν τα μανταρίνια.
Δεν πετάω τα κουκούτσια (αν υπάρχουν μερικά) από την αρχή γιατί περιέχουν πηκτίνη και δένουν καλύτερα τη μαρμελάδα.
Η μαρμελάδα αυτή είναι ονειρεμένη,πιπεράτη και δροσερή !!! Γίνεται κυρίως με τη σάρκα των μανταρινιών και ελάχιστες φλούδες που βάζω μόνο για να πιπερίζει η γεύση. Οι περισσότερες φλούδες την πικρίζουν οπότε θέλει περισσότερη ζάχαρη κλπ. Μπορεί να συνοδεύσει επίσης θαυμάσια το γιαούρτι καθώς και κέικ σοκολάτας ή πάστα φλώρα αλλά να μπει και σε κρέπα για πολύ ψαγμένη γεύση....
Κάπως έτσι την έφτιαχνε η γιαγιά μου η Σοφία όταν ήμουν παιδί. Ούτε που με ένοιαζε τότε πώς την έφτιαχνε αλλά μοσχοβολούσε το σπίτι...Θυμάμαι όμως τα βασικά. Ετσι ψάξε - ψάξε την πέτυχα.
Καθόμαστε λοιπόν οι δυο Σοφίες τότε δίπλα στο πηγάδι στα Μεσοχώρια, όταν πηγαίναμε, κάτω απ' την παλιά αμυγδαλιά, που δεν υπάρχει πια, και την τρώγαμε με το κουτάλι ...σαν γλυκό με δροσερό νεράκι.

Χρειαζόμαστε :
1 κιλό ώριμα, γλυκά, και σφιχτά μανταρίνια. Προσοχή στο "σφιχτά".
600 γραμμ. ζάχαρη λευκή
μέχρι 400 ml νερό (όχι περισσότερο)
Μισό ποτηράκι χυμό λεμονιού.


Υπέροχη και με γιαούρτι
Εκτέλεση
Πλένω καλά τα μανταρίνια και με ένα καθαρό λεπτό σφουγγαράκι με σύρμα τα περνάω απαλά να φύγει ότι έχουν επάνω και τα ξεπλένω. Τα ξεφλουδίζω όλα και κρατάω τη φλούδα από 5 μανταρίνια.
Βάζω τα καθαρισμένα μανταρίνια σε κατσαρόλα με νερό να τα σκεπάζει και τα βράζω για περίπου μισή ωρίτσα παρακολουθώντας τα και ξαφρίζοντας τον αφρό. Πρέπει να μαλακώσουν καλά οι ίνες τους. Τις φλούδες βράζω ξεχωριστά σε άλλο κατσαρολάκι για λιγώτερο χρόνο γιατί λιώνουν πιο εύκολα.
Οταν μαλακώσουν φλούδες και μανταρίνια βγάζω σε ένα πιάτο και ελέγχω για κουκούτσια. Αφαιρώ όσα υπάρχουν και τα βάζω σε γάζα ξεχωριστά. Σουρώνω καλά τα μανταρίνια και ξεπλένω με κρύο νερό.
Πολτοποιώ τα μανταρίνια με το πηρούνι ή το μίνι - πήμερ και κόβω σε ψιλά κομματάκια τις φλούδες. Αποφεύγω το μπλέντερ διότι τα λιώνει τελείως. Ρίχνω το μείγμα μου σε μια κατσαρόλα με το νερό και τη ζάχαρη να βράσουν σε δυνατή φωτιά για περίπου 15-20 λεπτά. Βάζω μαζί και τη γάζα με τα κουκούτσια για να δέσει καλύτερα. Ανακατεύω με ξύλινη κουτάλα κατά διαστήματα και ξαφρίζω.
Με το μάτι φαίνεται το δέσιμο της μαρμελάδας αλλά μπορούμε να κάνουμε και το τεστ με "το δρόμο της μαρμελάδας". Είναι απλό, περνάω την κουτάλα στη μέση της μαρμελάδας που βράζει και αν το κενό μείνει ανοιχτό τότε είναι έτοιμη και έχει δέσει καλά, οπότε την κατεβάζω από τη φωτιά αφού ρίξω πρώτα το χυμό λεμονιού ανακατεύοντας καλά. Πετάω τη γάζα με τα κουκούτσια.
Οπως είναι ζεστή την κλείνω σε αποστειρωμένα βάζα που κλείνουν καλά γυρίζοντάς τα ανάποδα μέχρι να κρυώσει. Αυτό το κάνουμε για να μην μείνει αέρας μέσα και χαλάει πιο εύκολα η μαρμελάδα. Την φυλάμε σε ντουλάπι στεγνό και δροσερό.
Η αποστείρωση των βάζων γίνεται πολύ εύκολα. Πλένουμε καλά τα βάζα και τα καπάκια τους τοποθετούμε ανοιχτά στο φούρνο στους 100 βαθμούς για 10 λεπτά. (Προσοχή όχι πλαστικά καπάκια).

Οποιος τη φτιάξει ας μας πει τα νέα !!!

Φιλιά σε όλους κι όλες
Σόφη

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Γιορτάζουμε το πρώτο μας βραβείο


Το πρώτο βραβείο το χάρισε στη γιαγιά Κασσιανή η λατρεμένη Ιωάννα Ayten Aydan 
Επικρατεί ζωηρός ενθουσιασμός και η γιαγιά μου η Κασσιανή (κι εγώ μαζί της) 
ευχαριστούμε πάρα ...μα πάρα... πολύ !!!
Μέχρι σπιτικές καραμέλες ετοιμάζουμε να σας κεράσουμε άμα σας βγάλει ο δρόμος σας κατά δω!

Τώρα, λέει, για να προχωρήσει το παιχνίδι πρέπει
1. Να πω 11 τυχαία πράγματα για τον εαυτό μου
2. Να δώσω το βραβείο σε άλλα 11 blogs και να τους ειδοποιήσω με mail

Αρχίζω τα ...τυχαία 11 που μούρχονται στο μυαλό


  1. Λατρεύω τα μικρά ροζ τριανταφυλάκια. Τα θέλω παντού σε υφάσματα, σε πορσελάνες μέχρι και το μικρό μου ποτιστηράκι για τα φυτά εσωτερικού χώρου.
  2. Διατηρώ το προσωπικό μου ροζ σύννεφο στη ανατολική γωνιά του ουρανού.Οποιος θέλει μπορεί να με επισκέπτεται αλλά παρακαλώ να ειδοποιεί πρώτα, μπορεί να κοιμάμαι.
  3. The older i become the younger i look. Πολύ φοβάμαι μη γίνω σαν τις τρελλές γριές με τα ροζ.
  4. Αγαπώ μετά μανίας τους φίλους μου και ποτέ δεν βγάζω την ουρά μου έξω στα δύσκολα. Πέφτω με το κεφάλι μέσα. Εχω μερικά καρούμπαλα απ' αυτό.
  5. Οσα τραβάει το κορμί τα φταίει το κεφάλι έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή και είχε δίκιο. Ας προσέχαμε ποιούς κάνουμε παρέα λέω εγώ.
  6. Αν αφήσεις το σκύλο σου να τρέχει ελεύθερα σε μια χειμωνιάτικη παραλία θα δεις τι σημαίνει "απόλαυση της ελευθερίας".
  7. Το χαλινάρι μπορεί να κάνει για τ' άλογα αλλά για τους ανθρώπους σίγουρα δεν κάνει.
  8. Το πιο αθώο πράγμα του κόσμου είναι ο ύπνος ενός παιδιού.
  9. Δεν υπάρχουν αιώνιες αγάπες, η τελευταία αιώνια που ξέρω μόλις πήρε διαζύγιο. Παρόλ' αυτά πρέπει να συνεχίσουμε να αγαπάμε για να μη βγάζουμε τα κομπλεξάκια μας σε κανέναν.
  10. Δεν μπορώ να αποχωριστώ τα βιβλία μου, σε λίγο θα με βγάλουν απ' το σπίτι.
  11. Αν δεν υπήρχε ο κινηματογράφος η ζωή θα ήταν πολύ βαρετή.
Με όλη μου την καρδιά θα έδινα το βραβείο σε πολλά blogs που διαβάζω καθημερινά, πολύ γνωστά που τα αγαπώ πολύ....δυσκολεύτηκα πολύ όμως να επιλέξω. Κάποια απ' αυτά το έχουν ήδη πάρει και το αξίζουν. Ετσι το δικό μου πάει με την αγάπη μου στα..........
  1. http://sofiascomments.blogspot.gr/ γιατί γράφει τσουχτερές αλήθειες με αστείρευτο χιούμορ
  2. http://tamystikatismamas.blogspot.gr/γιατί το έφτιαξε μια γλυκειά νεαρή μανούλα με κέφι.
  3. gefseisevias.blogspot.com γιατί κάνουν πολύ σοβαρή δουλειά στην παραδοσιακή κουζίνα
  4. http://greeksfish.blogspot.gr/ γιατί στήθηκε με πολύ μεράκι και γνώσεις για το ψάρεμα
  5. http://26ecopages.blogspot.gr/ γιατί δίνει οικολογικές ιδέες για χίλια δυο υπέροχα πράγματα
  6. http://naturedigital.blogspot.gr/ γιατί έχει εκπληκτικές φωτογραφίες και πληροφορίες  
  7. http://mylexiko.blogspot.gr/ γιατί είναι εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο σε θέματα γαστρονομίας   
  8. http://tantekiki.blogspot.gr/γιατί είναι ένα υπέροχο blog μαγειρικής Τέχνης. 
  9. http://press4dogs.blogspot.gr/ γιατί κάνει φοβερή δουλειά για τα αγαπημένα μας σκυλάκια
  10. http://mysteliospaths.blogspot.gr/ γιατί είναι ένα εκπληκτικό blog αφιερωμένο στην Τέχνη
  11. http://ada-countrylife.blogspot.gr/ γιατί η Αντα είναι Ολλανδέζα, ζει στην Ελλάδα πάνω από 30 χρόνια και γράφει σπουδαία για την κηπουρική, το πάτσουορκ και πολλά άλλα ωραία πράγματα
Οσοι το πάρουν πρέπει να κάνουν ακριβώς τα ίδια !!!

Φιλιά σε όλους και καλημέρες !!!





Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Καλημέραααααα σ' όλη την πλάση


Καλημερούδια μπλογκοπαρεούλα !!!!!
Οτι και να κάνουν η άνοιξη έρχεται
Και μένα με πιάνει μια ακατάσχετη χαρά που δεν μπορώ να τη συμμαζέψω με τίποτα
Αναίσθητη στα προβλήματα δεν είμαι
Απ' τα ίδια ζω κι εγώ
Τότε τι' ναι αυτό το κακό με μένα...
τι χαμόγελο και τρελλό γέλιο ώρες ώρες;
Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι λένε..
Οπότε.......
Καλημέρες πολλές, ζεστές και φωτεινές σε όλους σας !!!!!!!


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Μαρουλοντολμάδες με γάλα

Μια ονειρεμένη συνταγή από τα χεράκια της μαμάς μου και από το παλιό της τετράδιο όπου κατέγραφε με μανία ληξιάρχου ότι νοστιμιά συναντούσε σε τραπέζια συγγενών και φίλων, δεξιώσεις, πρωτοχρονιές, τσάγια και γενικά όπου πήγαινε και την εντυπωσίαζαν διάφορα...
Η μαμά μου ήταν δασκάλα. Μια γυναίκα όμορφη, ευαίσθητη και γλυκειά που έδινε σημασία στην παραμικρή λεπτομέρεια κι έβαζε πάντα το δικό της μαγικό άγγιγμα και δημιουργούσε μικρά μικρά θαύματα. Την αίσθηση αυτή είχαν όλοι όσοι τη γνώριζαν.
Τα τραπέζια της πάντα είχαν τεράστια επιτυχία. Ο κυριώτερος λόγος ήταν ότι μαγείρευε μαζί με τον άντρα της και το καταδιασκέδαζαν.
Το μεγάλο μυστικό στους πεντανόστιμους μαρουλοντολμάδες που σας δίνω σήμερα είναι ο αρνίσιος κιμάς και το γάλα....πρέπει να είναι και τα δυο πολύ φρέσκα και πολύ αγνά...
Και.....όποιος δοκιμάσει τη συνταγή να μην ξεχάσει να μας πει εντυπώσεις !!!
Φιλιά πολλά
Σόφη




Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Βρε πότε τον κάνανε άγιο τον Ροδόλφο ...Βαλεντίνο;


-Βρε, έρως εστί ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα, δεν είναι παίξε γέλασε, ούτε οι γδυτές με τα μπανιερά θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, ξεφώνιζε η γιαγιά μου η Κασσιανή λες και ήμασταν όλοι κουφοί στο σαλόνι της θείας Αμαλίας όπου γινότανε συζήτηση "περί έρωτος" εκείνο το απόγευμα Τρίτης που δεχόταν η θεία Αμαλία.
Η θεία Αμαλία ήταν η γυναίκα του θείου Γιωργίκου και μας είχε καλέσει για τσάι μαζί με κάτι άλλες κυρίες φίλες της, δηλαδή τη μάνα μου και τη γιαγιά μου την Κασσιανή είχε καλέσει αλλά αυτές είχανε πάρει κι εμένα μαζί που ήμουνα κορίτσι γιατί μάλλον τα κορίτσια πρέπει να πίνουνε τσάι και κάτι τέτοια που μου αρέσανε πολύ γιατί τότε είχα πάθει αυτή την αρρώστια που τη λένε εφηβεία και πήγαινα στην πρώτη γυμνασίου "εεεε κοπέλλα πια" που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τι θα πει "εεεε κοπέλλα" και το λεξικό δεν το έλεγε.
Τέλος πάντων η θεία Αμαλία που ήτανε η γυναίκα του θείου Γιωργίκου που ήτανε ανηψιός της γιαγιάς μου της Κασσιανής είχε πάει στο Παρίσι κι όταν γύρισε κουβάλησε μαζί της και μια καινούργια μόδα που τη λέγανε Αγιο Βαλεντίνο που άρεσε λέει τότε στο Παρίσι πάρα πολύ. Αυτή η μόδα κι εμάς μας άρεσε πάρα πολύ γιατί ήτανε όλο καρδούλες κόκκινες σαν τα καινούργια κοκκαλάκια που μου είχε πάρει η μαμά μου και κάτι αρκουδάκια γλυκούλια, τούρτες και χρυσόχαρτα και λουλουδάκια και μας είχε πιάσει ένα αμόκ και θέλαμε να γίνουμε βαλεντινάκια όπως λέγαμε με τις φίλες μου στο σχολείο και με τον αδερφό μου και τους φίλους του που αυτοί ήταν πια "εεεε ολόκληρα παλικάρια" όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.


Ετσι λοιπόν ήμασταν πολύ χαρούμενοι γιαυτή την καινούργια μόδα που έφερε η θεία Αμαλία από το Παρίσι και πολύ την αγαπούσαμε τη θεία Αμαλία με τη τέλεια γιορτή που χορεύαμε το Ο Μάμυ Μπλου και δεν έμοιαζε με αυτές τις βλάχικες γιορτές που φοράγαμε με το ζόρι φουστανέλλες και μακρυά φουστάνια στο σχολείο και πότε χορεύαμε το χορό του Ζαλόγγου κι έπρεπε λέει να κάνουμε ότι πέφτουμε από κάτι γκρεμούς αλλά δεν πέφταμε στ' αλήθεια και πότε χορεύαμε τσάμικο και κάναμε τα αγόρια και πάρα πολύ ντρεπόμαστε με όλα αυτά και δεν θέλαμε ούτε την τύχη μας να δούμε ζωγραφιστή που λέει ο λόγος γιατί είχαμε όλοι μαζί αυτή την αρρώστια την εφηβεία που είπαμε.
Εμάς βέβαια πολύ μας άρεσε αυτή η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου αλλά το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε μάλλον συγχιστεί όμως δεν ήθελε να το δείξει μπροστά σε τόσες ωραίες κυρίες που πίνανε το τσάι της θείας Αμαλίας αλλά δεν μπορούσε κιόλας να μη μιλήσει γιατί δεν μπορούσε να σκάσει με τίποτα όπως έλεγε μια μέρα που είχε θυμώσει η μάνα μου που ήτανε νύφη της και είχα καταλάβει ότι πεθερά και νύφη ήταν κάτι σαν ακανθόχοιρος που λέγαμε στο σχολείο.
Κι έτσι επειδή η γιαγιά μου η Κασσιανή δεν μπορούσε να σκάσει με τίποτα γενικώς πετάχτηκε και είπε σοβαρά σοβαρά και κόλλησε και τα γυαλιά της στη μύτη της όπως έκανε άμα ήθελε να πει κάτι πολύ σπουδαίο : "Εγώ κυρίες μου έχω σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσον πρέπει να εορτάζεται ο μακαρίτης ο Ροδόλφος Βαλεντίνο ως άγιος επειδή άρεσε τόσο πολύ σε μας στις γυναίκες και κάποιες πάθαιναν υστερία που τον έβλεπαν, δε λέω ωραιότατος άνδρας ήτο και πέθανε νεότατος ο καϋμένος, αλλά να τον κάνουμε και άγιο να τον λατρεύουμε κιόλας μεγάλη υπερβολή μου φαίνεται Αμαλία μου και να με συγχωρείς."

Βαθειά σιωπή έπεσε στο σαλόνι της θείας Αμαλίας και καμμιά από τις κυρίες  δεν μίλαγε κι εγώ ήθελα να πω "εμένα μ' αρέσει καλέ ο άγιος αυτός πάει και με τα κοκκαλάκια μου" αλλά δεν τόπα γιατί έπρεπε να κάτσω "κυρία" όπως μου είχανε πει όταν φύγαμε από το σπίτι.
Και ενώ είχανε μουγκαθεί όλες οι κυρίες η γιαγιά μου η Κασσιανή ξαχούλευε την τσάντα της κι έβγαλε την καφέ ατζέντα της που είχε πληροφορίες που δεν τις βρίσκαμε με τον αδερφό μου ούτε στην εγκυκλοπαίδεια Ηλιος. Και, συνέχισε ακάθεκτη "και δηλαδή τώρα στις 14 Φεβρουαρίου θα αλλάξουμε το εορτολόγιο της Ορθοδόξου ημών πίστεως και δεν θα είναι πλέον δηλαδή Αυξεντίου, Αβραάμ και Μάρωνος οσίου, Γεωργίου νεομάρτυρος του ράπτου εκ Μυτιλήνης, αλλά θα είναι του αγίου Ροδόλφου Βαλεντίνο;"
Σ' αυτή την απορία καμμιά κυρία δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί αυτός ο άγιος ήτανε πολύ φρέσκος στην Ελλάδα και όσες δεν είχανε πάει στο Παρίσι δεν τον ξέρανε τότε και δεν θέλανε να δείξουνε κιόλας ότι ήτανε βλάχες και άσχετες με τη νέα μόδα κι έτσι την κοιτάγανε όλες με γουρλωμένα μάτια  και με το τσιζ κέηκ του Βάρσου στο στόμα, μαζί και η μάνα μου που ήτανε δασκάλα και ήξερε όλα τα θρησκευτικά αλλά της άρεσε πολύ και ο Αγιος Βαλεντίνος γιατί άμα γιορτάζαμε κι αυτό τον άγιο σίγουρα ο μπαμπάς μου θα της έφερνε κόκκινα τριαντάφυλλα την ημέρα αυτού του Αγίου γιατί ποτέ δεν της χάλαγε το χατήρι.
- Οχι μητέρα, δεν είναι ακριβώς έτσι, της είπε η μάνα μου μόλις κατάπιε το τσιζ κέηκ, θα εορτάζονται όλοι μαζί ας πούμε, θα συνυπάρχουν.
- Τι θα συνυπάρχουν βρε; απάντησε η γιαγιά μου η Κασσιανή ατρόμητη, θα συνυπάρχει δηλαδή ο άγιος Αυξέντιος και ο Αβραάμ και ο Μάρων ο όσιος, μεγάλη η χάρη τους, που πέρασαν του λιναριού τα πάθη οι καϋμένοι και έφαγαν την έρημο με το κουτάλι για να αγιάσουν μαζί με τον Ροδόλφο Βαλεντίνο που έκανε το γιο του σεϊχη και είχε το μάτι γλαρό; Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί παιδί μου; Την άμμο της ερήμου; Ασεβείς παιδί μου, ασεβείς. Ημαρτον Κύριε, συνέχιζε το τροπάριό της η γιαγιά μου η Κασσιανή και μετά έφτυσε στον κόρφο της και μας σταύρωνε στο μέτωπο εμένα και τη μάνα μου που καθόμαστε δίπλα της.
Τότε η θεία Αμαλία είπε "Σκέτος Αγιος Βαλεντίνος θεία μου, όχι Ροδόλφος" αλλά η γιαγιά μου έκανε πως δεν την άκουσε και της είπε "σε παρακαλώ Αμαλία μου ένα ποτηράκι νερό να πάρω το χάπι μου" και τότε η θεία Αμαλία πετάχτηκε σαν ελατήριο και είπε "αμέσως θεία μου να σας φέρω και μια πορτοκαλάδα να δροσιστείτε" και γύρισε σε λίγο με την κοπέλλα που είχανε στο σπίτι σαν τη δικιά μας τη Μαριέττα που κουβάλαγε ένα δίσκο με πορτοκαλάδες και νερά και πέσανε όλες οι κυρίες με τα μούτρα να πίνουνε να ξεχάσουνε τη γκρίνια της γιαγιάς μου της Κασσιανής και σίγουρα θα λέγανε από μέσα τους ποιός την είχε κουβαλήσει αυτή τη παλιόγρια που τους χάλαγε το τσάι και το Βαλεντίνο.
Σίγουρα θα τη λέγανε παλιόγρια τη γιαγιά μου την Κασσιανή αυτές οι κυρίες γιατί μια φορά είχα ακούσει κάτι άλλες φίλες της μαμάς μου να λένε ότι αυτές που πηγαίνανε σε τσάγια και άλλα πράγματα όπως το πινάκλ και τα χαλάγανε ήτανε παλιόγριες. Και δεν ήθελα να τη λένε παλιόγρια τη γιαγιά μου την Κασσιανή ούτε από μέσα τους ούτε από έξω τους αλλά εδώ που τα λέμε ήτανε λίγο γιατί κόντευε να το χαλάσει το τσάι της θείας Αμαλίας και τότε κλώτσησα με τρόπο τη μάνα μου και της έκανα νόημα με τα μάτια "ρεζίλι μας έκανε" αλλά η μάνα μου είχε πιάσει κουβέντα με την κυρία Παξιμάδη που καθότανε δίπλα της και δεν μου έδωσε σημασία.
-Εχω ακούσει πώς ο Αγιος Βαλεντίνος είναι ο προστάτης των ερωτευμένων, ξέρετε, είπε τότε μια κυρία που καθότανε απέναντι από τη γιαγιά μου την Κασσιανή. Η γιορτή αυτή είναι πολύ ωραία και πρέπει τέλος πάντων να τιμηθεί και ο έρως διότι είναι το ωραιότερο συναίσθημα και προφανώς όποιος δεν εκτιμά τον έρωτα δεν έχει αγαπήσει και ποτέ του, είπε και κοίταξε μοχθηρά τη γιαγιά μου την Κασσιανή.

Τότε η γιαγιά μου η Κασσιανή έγινε μάλλον πράσινη εκτός αν ήταν μπλε πετρόλ και δεν έβλεπα εγώ καθαρά που έτσι γινότανε άμα πάθαινε μεγάλη έκπληξη ή άμα της ερχότανε κεραμίδα όπως έλεγε αλλά εγώ δεν είδα κανένα κεραμίδι να της έρθει.
-Προστάτης των ερωτευμένων είναι; ρώτησε σιγά η γιαγιά μου η Κασσιανή την θεία Αμαλία.
-Ναι θεία μου, απάντησε μελιστάλαχτα αυτή που πάντα έτσι μίλαγε και έτσι είχε ξεμυαλίσει και το θείο Γιωργίκο και την παντρεύτηκε όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.
-Ααααα, είπε πολύ σιγά η γιαγιά μου η Κασσιανή, δεν ήξερα, ξαναείπε και έβγαλε το ροζ μαντηλάκι της από την τσάντα της όπως έκανε κάθε φορά που διάβαζε εκείνο το βιβλίο που είχε στο κομοδίνο της το "Καρδία υπό πέτραν" κι εμείς την κοροϊδεύαμε που έκλαιγε αλλά δεν μας έλεγε γιατί.
Τότε εγώ νόμισα ότι η γιαγιά μου η Κασσιανή θα βάλει τα κλάματα γιατί είχε αρχίσει να στραβώνει το στόμα της και σίγουρα θα θυμήθηκε πάλι τον παππού μου που μας είχε πει δύο χιλιάδες φορές ότι ο μακαρίτης ο παππούς μας την "ηράσθη σφόδρα", τρεις χιλιάδες φορές "μακάρι όλοι οι έρωτες να ήταν σαν τον δικό μας" και δέκα χιλιάδες φορές "ο έρως είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα" σαν να μας έκανε μάθημε και τα είχαμε σκυλοβαρεθεί και τα είχαμε μάθει πια απέξω ο αδερφός κι εγώ αλλά δεν καταλαβαίναμε γρυ και μόνο τώρα που είχαμε αυτή την αρρώστια που τη λέγανε εφηβεία είχαμε αρχίσει να παθαίνουμε κάτι σαν ρίγος μόλις ακούγαμε τη λέξη "έρως".
-Ναι, μάλιστα ο Αγιος Βαλεντίνος είναι προστάτης των ερωτευμένων κυρία μου και φρονώ ότι πολύ καλά θα κάνουμε να τον εορτάζουμε και στην Ελλάδα και να τιμούμε τον έρωτα, το αγνότερον και ωραιότερον συναίσθημα, είπε πάλι η κυρία απέναντι από τη γιαγιά μου την Κασσιανή και την κοίταγε όπως κοίταγε η δασκάλα μου εμένα κάθε φορά που δεν ήξερα το μάθημά μου.
-Δεν λέω, ως προστάτης των ερωτευμένων ο μακαρίτης ο Ροδόλφος Βαλεντίνο ταιριάζει απόλυτα βεβαίως, ψυθίρισε η γιαγιά μου η Κασσιανή που φαινότανε να τα έχει χάσει τελείως κι εγώ έλεγα μέσα μου μπας κι έχει πάθει κανένα εγκεφαλικό αφού ούτε ξεφώνιζε ούτε κουνιότανε παρά μόνο στριφογύριζε το ροζ μαντηλάκι της στα δάχτυλά της.

Και τότε έγινε ένα αλλαλούμ όπου κάθε μια έλεγε ότι ήθελε. Η θεία Αμαλία έλεγε ότι δεν είναι ο Ροδόλφος Βαλεντίνο αυτός που γιορτάζουνε στο Παρίσι αλλά ένας άλλος, μία άλλη κυρία με κότσο μπανάνα ρώταγε τη διπλανή της αν υπάρχει κι άλλος Βαλεντίνο και αν έχει συγγένεια με τον ηθοποιό, η μαμά μου είπε είναι ένας άγιος της Καθολικής Εκκλησίας και την κοιτάγανε πολύ περίεργα δύο ξερακιανές που τις λέγανε "οι γεροντοκόρες" και μετά μία άλλη κυρία με παντελόνια είπε ότι όταν είχε πάει αυτή στο Παρίσι το 1966 είχανε επέτειο για τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ροδόλφο Βαλεντίνο και ήτανε η πόλη γεμάτη φωτογραφίες του και μπαλόνια με καρδούλες κόκκινες και ο άνδρας της της είχε χαρίσει μια πολύ ωραία ετόλ βιζόν.
Και μιλάγανε όλες μαζί και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη τι ήτανε τελικά αυτός ο Αγιος Βαλεντίνος αλλά έλεγα από μέσα μου ότι μάλλον ήτανε ερωτευμένες κόκκινες καρδούλες και ερωτευμένα αρκουδάκια και ερωτευμένα λουλουδάκια που μου αρέσανε πολύ και στους φίλους μου αρέσανε. Και στο Μίμη που καθότανε απέναντι από το σπίτι και ήτανε πολύ ωραίο παιδί αρέσανε αυτά και ένα βράδυ που παίζαμε μου είπε ότι ήθελε να είναι ο Βαλεντίνος μου και στην αρχή χάρηκα πάρα πολύ και μετά του είπα "αστοδιάλο" γιατί μόλις είχα αρχίσει να αρρωσταίνω από την εφηβεία που λέγαμε και έλεγα άλλ' αντ' άλλων και νευρίαζα με όλα. .........


-Τελικά από κείνο το τσάι της θείας Αμαλίας φύγαμε κακήν κακώς, έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή την άλλη μέρα στη φίλη της την κυρία Μερόπη που ήρθε να πιούνε καφέ και εγώ έστησα τ' αυτί μου να ακούσω γιατί άμα μίλαγε η γιαγιά μου η Κασσιανή στην κυρία Μερόπη έλεγε πράγματα που δεν έλεγε και κανέναν άλλον. Φύγαμε που λες Μερόπη μου κακήν κακώς και εγώ είχα γίνει ράκος. Πήρα ασπιρίνη για να κοιμηθώ το βράδυ και σίγουρα έγινα ρεζίλι σε τόσες κυρίες και την πήρα την καϋμένη την Αμαλία από τα μούτρα και δεν έκανα υπομονή ν' ακούσω τι θα πει η κοπέλα που είχε πάει και στο Παρίσι και ήξερε πιο καλά αλλά πήρα φόρα, με ξέρεις τώρα εμένα, και έλεγα ένα σωρό ανοησίες ότι μ' αυτή τη νέα γιορτή που θέλουνε να φέρουνε στις 14 Φεβρουαρίου θα αλλάξουμε το εορτολόγιο της Ορθοδόξου ημών πίστεως και δεν θα είναι πλέον του Αυξεντίου, Αβραάμ και Μάρωνος οσίου και Γεωργίου νεομάρτυρος του ράπτου εκ Μυτιλήνης, αλλά θα είναι του αγίου Ροδόλφου Βαλεντίνο. Και με κοιτούσανε τόσες κυρίες με το στόμα ανοιχτό αλλά πού εγώ δεν έβγαζα το σκασμό να καταλάβω τι γινότανε τον νέο άγιο......Φαίνεται κάνανε άγιο τον μακαρίτη τον Ροδόλφο και είναι λέει προστάτης των ερωτευμένων...θυμάσαι βρε Μερόπη μου πόσο μας άρεσε τότε ο καϋμένος και ήτο ωραιότατος κι όταν πέθανε εσύ έπεσες του θανατά, το θυμάσαι Μερόπη μου;
-Ξεχνιούνται αυτά Κασσιανή μου; είπε η κυρία Μερόπη αναστενάζοντας. Και σένα όμως σου άρεσε θυμάσαι; ρώτησε τη γιαγιά μου την Κασσιανή
-Θυμάμαι και το ποίημα αυτό που είχε γράψει ο Ροδόλφος και κυκλοφόρησε σε ελεύθερη μετάφραση το 1922 πολύ της μόδας τότε...πώς το λέγανε καλέ...α ναι "Το λουλούδι της καρδιάς"..στάσου να δεις πώς είναι....ναι..ναι το θυμήθηκα :

"Ω ρόδον αξιολάτρευτον,
εις ποίον κρυμμένον κάλυκαν κείτεται του αληθινού μου έρωτος η τρυφερά καρδία;
Θεοί δεν σε ηράσθησαν, και ευλαβώς ενέσκυψαν προς σε χαρίζοντες πνοή και ευλογία;
Και εις θέσιν προεξέχουσα των ροδανθών σου κλώνων,
σπάνιον είδον κόσμημα υπέροχον πλην μόνον,
oμοίως ρομβινίω λαμπυρίζον,
το άνθος της καρδίας σου ανθίζον."

-Αχ βρε Κασσιανή μου τι μου θύμησες τώρα...εκείνον το δάσκαλο που με ήθελε τότε και μου άφηνε ανεμώνες στο παράθυρό μου κι εγώ τον κορόιδευα γιατί αγαπούσα τον Κίμωνά μου και δεν είχα μάτια γι' άλλον. Καλό παιδί ο καϋμένος ο δάσκαλος τελικά πήρε την Αντιγόνη με το διόροφο στη γωνία Αιολέων και Θερρικλειδών είπε η κυρία Μερόπη.
-Εμένα με αυτό το ποίημα με ξεμυάλισε ο Δημητράκης μου που ως λάτρης του κινηματογράφου το είχε μάθει απέξω και μου το έστειλε μ' ένα μπουκέτο γιασεμιά με την ξαδέλφη του τη Ντάντα που ήτανε φίλη μου. Τη θυμάσαι τη Ντάντα; Καλή κοπέλα πήρε εκείνο το δικαστικό το φαλακρό η καϋμένη και δεν κάνανε παιδιά συνέχισε η γιαγιά μου η Κασσιανή που όποτε μιλούσε για το Δημητράκη της δηλαδή τον παππού μου το Δημήτρη πάθαινε κάτι και μετά δεν μπορούσε να κοιμηθεί και σηκωνότανε τη νύχτα κι άναβε το καντήλι και λιβάνιζε και κοροϊδεύαμε εμείς οι μικροί γιατί λέγαμε πάλι θυμήθηκε τον παππού αυτή και θα μας κάνει λιβανιστούς όλη νύχτα.
-Καλέ την Ντάντα δεν θυμάμαι με την ωραία φωνή; έλεγε η κυρία Μερόπη. Δεν θυμάσαι στους αρραβώνες σου που τραγούδησε η Ντάντα και μετά πήγε και τη ζήτησε ο δικαστικός που ξετρελλάθηκε με τη φωνή της; Τι ωραία χρόνια Κασσιανή μου......
-Αστα Μερόπη μου, μουρμούραγε η γιαγιά μου η Κασσιανή,  κι έγινα ρεζίλι που λες σίγουρα στις ξένες γυναίκες εκεί στο τσάι της καϋμένης της Αμαλίας που δεν με ξέρανε κιόλας και θα λέγανε από μέσα τους "τι παλιόγρια είν' αυτή που δεν εκτιμά τον έρωτα" και θα λέγανε κιόλας πώς δεν ήξερα από έρωτα εγώ...ποια εγώ... εγώ που κατέβηκα απ' την ανεμόσκαλα να πάω να βρω το Δημητράκη μου που με περίμενε στου Φιλοπάππου όταν κοιμηθήκανε όλοι στο σπίτι και κόντευα να γκρεμοτσακιστώ και όταν με ζήτησε εκείνος ο μεγαλούτσικος ο δικηγόρος είπα "ποτέ πατέρα ...εγώ αγαπώ άλλον κι αν δεν τον πάρω θα πάρω βερονάλ" και παραλίγο να πάθει συγκοπή ο καϋμένος ο πατέρας μου και μετά έπεσα στο κρεββάτι κι έκανα την άρρωστη και έβηχα και φοβηθήκανε ότι έχω φθίση σαν την Πολυδούρη και τελικά δεχθήκανε να έρθει να με ζητήσει ο Δημητράκης μου και τον πήρα και ζήσαμε όλη τη ζωή σαν τα πιτσουνάκια...εμένα θα μου πούνε αυτές ότι δεν ξέρω από έρωτα....  αααααχχχχ τα μυαλά μου και μια λίρα μόνη μου έγινα ρεζίλι δεν τόκλεινα το στόμα μου παρά ήθελα να λέω για τους αγίους που γιορτάζουνε στις 14 Φεβρουαρίου και να κάνω την έξυπνη λες και πείραζε να γιορτάζουμε μαζί και τον άγιο Ροδόλφο Βαλεντίνο που ήτανε τι ωραίος άνδρας και μου είπε η νύφη μου ότι τον γιορτάζει η Καθολική Εκκλησία ως προστάτη των ερωτευμένων.

το περίφημο ταγκό του Ροδόλφου από την ταινία 
"Τhe four horsemen of the apocalypse" 1921

-Μπα τι λες βρε παιδί μου έτσι τον γιορτάζουνε τον καϋμένο τον Ροδόλφο ως προστάτη των ερωτευμένων ε; Μπράβο, πολύ καλά κάνουνε, μα  του άξιζε...πέθανε και τόσο νέος ο καϋμένος. Μπράβο, μπράβο, πολύ ωραία να τον θυμόμαστε στις 14 Φεβρουαρίου, είπε η κυρία Μερόπη που είχε καταβροχθίσει εν τω μεταξύ όση ώρα μίλαγε η γιαγιά μου μια πάστα αμυγδάλου και μετά μια σπανακόπιτα γιατί πάντα ανάποδα τα έτρωγε αυτή και κανένας δεν τη μάλωνε ενώ εμάς μας λέγανε πρώτα το φαϊ και μετά το γλυκό κι ο άδερφός μου έλεγε ότι στο ίδιο στομάχι πάνε αλλά κανένας δεν τον άκουγε.
Τότε κουράστηκα να στήνω το αυτί μου ν' ακούσω τι λέγανε η γιαγιά μου η Κασσιανή με την κυρία Μερόπη τη φίλη της και με πήρε ο ύπνος στο χαλί κι έτσι δεν άκουσα τι έγινε μετά και όταν ξύπνησα η κυρία Μερόπη είχε φύγει κι εμένα με πονούσε ο σβέρκος μου γιατί μάλλον είχα γίνει κουβάρι εκεί που είχα κρυφτεί γιατί μάλλον δεν χώραγα επειδή είχα γίνει "εεεε κοπέλα πια".

Ορθιος δεξιά ο παππούς μου ο Δημήτρης με τ' αδέλφια του.
Τελικά μετά από λίγα χρόνια το 1977 που ήμουνα πια 17 χρονών "κοτζάμ κοπέλα της παντρειάς" όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή φέρανε και στην Ελλάδα αυτή τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου που τη γιορτάζουμε από τότε μέχρι σήμερα στις 14 Φεβρουαρίου με κόκκινες καρδούλες, γούνινα αρκουδάκια, τουρτίτσες και λουλουδάκια και πολύ μας αρέσει γιατί όσοι είμαστε ερωτευμένοι γιορτάζουμε που είμαστε και όσοι δεν είμαστε ερωτευμένοι γιορτάζουμε για να μην καταλάβει κανείς ότι είμαστε μαγκούφηδες ψυχικώς.
Και πολύ καλά κάνανε αυτοί που φέρανε τη γιορτή και γιορτάζουμε πολύχρωμα, γλυκά και γούνινα όλοι εμείς ερωτευμένοι και μη και δεν άκουσα ποτέ να διαμαρτύρονται οι άλλοι άγιοι της ημέρας αυτής της Ορθοδόξου ημών πίστεως δηλαδή ο Αυξέντιος και ο Αβραάμ και ο όσιος Μάρων ούτε και ο νεομάρτυς Γεώργιος ο ράπτης εκ Μυτιλήνης.
Κι αν οι παραπάνω άγιοι έχουν κάποιο παράπονο από εμάς τους ασεβείς εκείνος που δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ που δεν τον κάνανε αυτόν προστάτη των ερωτευμένων όπως θα του ταίριαζε είναι ο καϋμένος ο αιώνιος γόης που συγκλόνιζε τις γυναίκες ο Ροδόλφος Βαλεντίνο με το γλαρό μάτι !!!



Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ερωτας ..όνομα ουσιαστικόν


Ο έρωτας…
Όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν…
Ενικού αριθμού…
Γένους ούτε θηλυκού
ούτε αρσενικού
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός…
Οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Κική Δημουλά


Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Τι φαϊ είναι ο αγλέορας;


Κυριακάτικα πάλι θα μας κουβαληθεί κι αυτός, αμάν πια μας έπρηξε, μουρμούριζε η μάνα μου μόλις έμαθε ότι την Κυριακή θα έρθει επίσκεψη ο αδερφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής, ο δήμαρχος.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε δύο αδέρφια κανονικά με ονόματα όπως όλος ο κόσμος που τα λέγανε Αδάμ και Μανώλη και έναν άλλο που τον λέγανε "ο δήμαρχος" και ποτέ δεν μάθαμε το άλλο του όνομα, γιατί νομίζαμε ότι έτσι τον είχανε βαφτίσει και δεν ξέραμε πότε γιορτάζει. Μάλλον όμως θα τον λέγανε και κάτι άλλο γιατί μια φορά το χρόνο μας κουβαλάγανε ντυμένους με τα καλά μας στο σπίτι του που γιόρταζε, οπότε κάπως θα τον είχανε βαφτίσει αλλά δεν θυμάμαι πότε ήτανε γιατί όλο με το ζόρι μας πηγαίνανε σπίτι του.

Αυτόν δεν τον χωνεύαμε καθόλου ο αδελφός μου κι εγώ γιατί κάθε φορά που ήτανε να μας κάνει επίσκεψη, όλο Κυριακή ήτανε και τρέχαμε όλοι σαν δαιμονισμένοι μέσα στο σπίτι μια βδομάδα νωρίτερα να τα βρει όλα στην εντέλεια και να δει πόσο καλή οικογένεια είμαστε και να μη μας επιπλήξει που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή που καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι με αυτόν τον αδελφό τον "ο δήμαρχος".
Τότε νόμιζα ότι είναι εισπράκτορας του λεωφορείου ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος, αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν ήτανε και για κάποιο άλλο λόγο μιλούσε όλο για "εισπράξεις του δήμου" και τέτοια πράγματα που δεν νοιώθαμε γρυ εμείς οι μικροί. Ξέραμε και ένα παιδί που το λέγανε Δήμο απέναντι από το σπίτι μας αλλά δεν παίζαμε μαζί του γιατί μια φορά που παίξαμε ήτανε ζαβολιάρης και δεν τον θέλαμε παρέα.
Αμα ήτανε λοιπόν να έρθει αυτός ο "ο δήμαρχος" η Μαριέτα, που τότε τη λέγανε υπηρέτρια και σήμερα τη λένε η κοπέλλα δεν ξέρω γιατί, ξεσκόνιζε και τις γωνίες και τα πολύφωτα, η μάνα μου έβαζε τα καλά σκεπάσματα στα κρεββάτια, ο πατέρας μου που ήτανε θείος του ο δήμαρχος μας έδινε εντολές γενικά να είμαστε φρόνιμοι εμείς οι μικροί και να μην καθόμαστε με τους αγκώνες στο τραπέζι και η γιαγιά μου η Κασσιανή έφτιαχνε σπανακόπιτα και ραβανί που πολύ άρεσε στον αδελφό της το δήμαρχο και τα έτρωγε πολλά κομμάτια χωρίς να σκάσει.


Η γιαγιά μου η Κασσιανή ήτανε πολύ περήφανη για τον αδελφό της το δήμαρχο και είχε βάλει μια φωτογραφία του στο σαλόνι μαζί με τους άλλους πεθαμένους, αλλά αυτουνού όμως του βάλανε φωτογραφία πριν πεθάνει. Μια μέρα που ρώτησα τη γιαγιά μου την Κασσιανή γιατί αφού δεν είχε πεθάνει αυτός του βάλαμε φωτογραφία στον τοίχο με αγριοκοίταξε και μου είπε ξερά "λυπούμαι για λογαριασμό σου" κι εγώ της είπα ότι δεν είχα κανένα λογαριασμό ούτε στο μπακάλη, ούτε στο μανάβη και να μη λυπούται καθόλου. Και μετά αυτή πήρε τη βεντάλια και βενταλιαζότανε πολύ ώρα και η Μαριέττα της έφερε νερό να πιει το χάπι για την πίεση.
Τέλος πάντων κάθε φορά που ερχότανε στο σπίτι αυτός όλο σπουδαία πράγματα είχανε να πούνε οι μεγάλοι κι ο αδελφός μου κι εγώ βαριόμαστε φοβερά αλλά αλλοίμονό μας μην τυχόν και κουνηθούμε από το τραπέζι, μη βήξουμε, μη γελάσουμε, μη ξυστούμε.
Και μια φορά που με έτρωγε η πλάτη μου κουνιόμουνα πάνω στην καρέκλα αφού δεν έπρεπε να ξυστώ και η γιαγιά μου η Κασσιανή μου έκανε νοήματα να μην κουνιέμαι σα βλαμμένο και γύρναγε να δει αν με έβλεπε ο αδελφός της ο δήμαρχος αλλά αυτός είχε πέσει με τα μούτρα στη σπανακόπιτα και δεν έδινε σημασία που κουνιόμουνα εγώ.
Ο πατέρας μου μας είχε πει ότι δεν είναι μόνο ένας δήμαρχος αλλά είναι πολλοί σε όλη την Ελλάδα αλλά αυτοί δεν ήτανε αδέλφια της γιαγιάς μου της Κασσιανής.
Εμάς δεν μας αφήνανε ποτέ να μιλάμε με το στόμα γεμάτο αλλά ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος μίλαγε και με το στόμα γεμάτο σπανακόπιτα κι έλεγε όλο "η αντιπολίτευσις, η αντιπολίτευσις" και "οι αχρείοι αντιπολιτευόμενοι δεν αισχύνονται να ζητούν έκτακτον σύγκλησιν του δημοτικού συμβουλίου δια το πήδημα του ψύλλου" αλλά αυτά ήτανε κινέζικα για μας και λέγαμε ότι αυτός ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής θα ήτανε κινέζος.
Κι όσο τα έλεγε αυτά για την "αντιπολίτευσις" η Μαριέτα έφερε την πιατέλα με το ροζμπίφ και του έβαλε ένα βουνό στο πιάτο του και η γιαγιά μου η Κασσιανή της έκανε νόημα να του βάλει κι άλλο. Με τον αδελφό μου που δεν τον χωνεύαμε αυτόν τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα που το είπαμε μετά και πιάσαμε κόκκινο να μην τσακωθούμε, ότι αυτοί που είναι δήμαρχοι θα τρώνε διπλό ροζμπίφ, μπορεί και τριπλό, χωρίς να σκάνε, γιατί κάθε φορά περιμέναμε να σκάσει αυτός αλλά δεν έσκασε καμμιά μέρα.

Ομως μία μέρα η γιαγιά μου η Κασσιανή πήρε ένα τηλεφώνημα και μετά αμέσως έπαθε ένα ντελίριο και νομίζαμε ότι πρέπει να φέρουμε τον παπα-Ηλία να της διαβάσει ευχή να συνέλθει αλλά αυτή δεν ήθελε και μας φώναζε να ηρεμήσουμε και να δούμε τι θα κάνουμε που την ερχόμενη Κυριακή θα έρθει ο αδελφός της ο δήμαρχος και θα φέρει μαζί του και ένα σπουδαίο πρόσωπο που το λέγανε ο κύριος Νομάρχης και την είχανε ειδοποιήσει τηλεφωνικώς.
Η μάνα μου πάλι έπεσε σε μελαγχολία γιατί πολύ τις βαριότανε αυτές οι ετοιμασίες για τον κύριο Νομάρχη και μουρμούραγε γιατί ήθελε να πάμε εκδρομή και έλεγε του πατέρα μου "δεν μας έφτανε ο δήμαρχος αλλά θα μας κουβαλήσει και τον Νομάρχη να φάει τον αγλέορα κι αυτός" αλλά εγώ δεν ήξερα τι είναι ο αγλέορας αφού ποτέ δεν είχαμε φάει τέτοιο φαί στο σπίτι μας. Μάλλον όμως θα ήτανε καλό φαί για να το τρώει ο κύριος Νομάρχης και ρώταγα τη Μαριέτα πώς μαγειρεύουνε τον αγλέορα.
Η Μαριέττα τότε είπε "Κυρία το παιδί έχει πυρετό" και όλοι με πιάνανε στο μέτωπο και η γιαγιά μου η Κασσιανή μου έδωσε να πιω αγιασμό που φύλαγε στο μπουκαλάκι για τους πυρετούς και το κακό μάτι και κανένας δεν μου απαντούσε που ρώταγα τι είναι ο αγλέορας. Εμεινα με την απορία και με το παράπονο γιατί είχα δει που με κοιτάγανε με συμπόνοια σαν να ήμουνα βλαμμένο αλλά δεν ήμουνα. Ομως ήμουνα 8 χρονών.
Η μάνα μου τελικά είχε πολύ δίκιο που βαριότανε τις ετοιμασίες για τον κύριο Νομάρχη γιατί εμάς τα παιδιά μας είχανε βασανίσει πολύ αυτές οι ετοιμασίες. Η γιαγιά μου η Κασσιανή είπε στη Μαριέτα να μας τρίψει με το σκληρό σφουγγάρι στο μπάνιο γιατί έπρεπε να είμαστε πεντακάθαροι και εμείς αρχίσαμε να κλαίμε γιατί νομίζαμε ότι θα μας πουλήσουνε στον κύριο Νομάρχη και γι΄αυτό μας τρίβανε.
Αλλά ευτυχώς ήρθε η μάνα μου στο μπάνιο και μας γλύτωσε από τα νύχια της Μαριέτας που έκανε ότι της έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή και μας έπλυνε απαλά και με το ωραίο σαπούνι που μας άρεσε και έτσι καταλάβαμε ότι οι μάνες είναι οι καλύτερες γυναίκες στον κόσμο και αρχίσαμε πάλι να ρωτάμε τι ήτανε αυτός ο κύριος Νομάρχης και γιατί ερχότανε στο σπίτι μας να φάει τον αγλέορα. Γιατί τον αγλέορα τον τρώνε στων αλλονών το σπίτι, είπε η μαμά μου, στα δικά τους κάνουνε δίαιτα να μην παχύνουνε. Αλλά αυτή η κουβέντα της μαμάς μου ήτανε δύσκολη και δεν την κατάλαβα ούτε και η Μαριέττα την κατάλαβε.
Εκείνο το Σάββατο βράδυ μετά το πλύσιμο και την υποχρεωτική κρεατόσουπα μας βάλανε για ύπνο πολύ νωρίς για να μη μας έχουνε μέσα στα πόδια τους αλλά εμείς δεν κοιμηθήκαμε και ακούγαμε που πηγαίνανε όλοι πέρα δώθε και η γιαγιά μου η Κασσιανή που τύλιγε λαχανοντολμάδες δεν ήρθε να μας πει καληνύχτα γιατί δεν προλάβαινε. Εγώ της θύμωσα γιατί φαίνεται αγαπούσε πιο πολύ τους λαχανοντολμάδες που θα έτρωγε ο κύριος μαζί με τον αγλέορα από μένα.
Τόσες πολλές ετοιμασίες είχανε στο σπίτι μας που ούτε εκκλησία πήγαμε την άλλη μέρα που ήτανε Κυριακή κι αυτό δεν είχε γίνει ποτέ και μόνο μια άλλη φορά που είχαμε μαγουλάδες με τον αδελφό μου δεν πήγαμε. Τότε καταλάβαμε ότι ο κύριος Νομάρχης θα είναι κάτι σαν τις μαγουλάδες που άμα τις έχεις δεν πας στην εκκλησία την Κυριακή.
"Μου είπε εις τας ένδεκα θα έλθομεν ομού μετά του Νομάρχου, εις τας ένδεκα" έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή στον πατέρα μου που τη ρώταγε τι ώρα θα έρθει ο αδελφός της ο δήμαρχος και πάλι δεν καταλαβαίναμε γρυ από "τας ένδεκα" και "ομού και μετά του Νομάρχου" και λέγαμε ότι και ο κύριος Νομάρχης θα είναι κινέζος κι αυτός.


Αυτή την Κυριακή που ήρθε ο κύριος Νομάρχης μαζί με τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο μας είχανε κάνει ειδικό μάθημα να κάνουμε υπόκλιση, να μη μιλάμε καθόλου και να μη τραβάμε τις κάλτσες μας.
Μας είχανε βάλει μπριγιαντίνη στο μαλλί και στους δύο και είμαστε τέλεια μαμόθρεφτα σαν τα χαζά που βλέπαμε στην πλατεία και είπαμε από μέσα μας ότι δεν θα το πούμε στους φίλους μας να μη μας κοροϊδεύουνε "μα-μό-θρε-φτα, μα-μό-θρε-φτα".
Τον αδελφό μου εκείνη την Κυριακή όλο κατούρημα τον έπιανε και η γιαγιά μου η Κασσιανή πολύ νευρίαζε αλλά εμένα δεν με έπιανε καθόλου και ήμουνα πιο καλό παιδί απ' αυτόν.
Οταν ο κούκος στο σαλόνι χτύπησε έντεκα φορές τότε χτύπησε και το κουδούνι της πόρτας και η γιαγιά μου η Κασσιανή πετάχτηκε σαν ελατήριο και φώναζε "ήρθαν, ήρθαν" και ο πατέρας μου της έλεγε "ησυχάστε μητέρα, θα σας ανέβει η πίεση" και εμάς μας κάνανε νόημα να πάρουμε θέση για την υπόκλιση γιατί ανέβαινε ο αδελφός της γιαγιάς μου ο δήμαρχος με τον κύριο Νομάρχη.
Η μάνα μου είχε βάλει το καλό της φουστάνι το ροδακινί που μου άρεσε πολύ και ήτανε πολύ όμορφη και έλεγα πώς ήταν η πιο όμορφη από όλες τις μανάδες των φίλων μου. Τότε ένας κύριος που μπήκε με τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής τον δήμαρχο έπιασε και φίλησε το χέρι της μάνας μου και της είπε "ευτυχής ωραιοτάτη μου κυρία" και η μάνα μου του είπε "Κύριε Νομάρχα τιμή μας" και ο πατέρας μου ξύνισε τα μούτρα του και εμείς τα παιδιά καταλάβαμε ότι αυτός ήταν ο κύριος Νομάρχης που έτρωγε τον αγλέορα και μάλλον θα έτρωγε και τη μάνα μου γιατί την κοίταγε σαν να ήθελε να την φάει και δεν τον χωνέψαμε καθόλου.
Τότε ήτανε η ώρα να κάνουμε κι εμείς την υπόκλιση στον κύριο Νομάρχη και εγώ την έκανα καλά αλλά ο αδελφός μου γλύστρησε και κουτούλισε πάνω στον κύριο Νομάρχη και η γιαγιά μου η Κασσιανή έπαθε εγκεφαλικό και στράβωσε το στόμα της αλλά μετά γέλασε που είπε ο κύριος Νομάρχης "δεν πειράζει, δεν πειράζει,παιδάκια είναι" ηρεμήσαμε όλοι και οι μεγάλοι γελάσανε.
Εμείς όμως είχαμε μεγάλη περιέργεια να δούμε πώς είναι ο αγλέορας και κοιτάγαμε κατά την κουζίνα μήπως φανερωθεί κάτι αλλά μόνο λαχανοντολμάδες, ροζμπίφ, σπανακόπιτα, παστίτσιο και ψητό με πατάτες μυρίζανε. Τίποτα άλλο.
Και αρχίσανε τότε οι μεγάλοι να μιλάνε στα κινέζικα όπως ξαναείπαμε για την "αντιπολίτευσις" και τον "κρατικό προϋπολογισμό"και ο κύριος Νομάρχης έλεγε "ο αντιπολιτευόμενος τύπος" και κάτι άλλα μέχρι που ήρθε η ώρα του φαγητού και κάτσαμε στο τραπέζι όλοι εκτός από αυτόν τον αντιπολιτευόμενο τύπο που έλεγε ο κύριος Νομάρχης.
"Του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά έχει ετοιμάσει η Κασσιανή" έλεγε ο αδελφός της γιαγιάς μου ο δήμαρχος που την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά μου την Κασσιανή και ο κύριος Νομάρχης είπε "κυρία Κασσιανή είστε τέλεια οικοδέσποινα" αλλά εγώ πετάχτηκα και είπα Κασσιανή τη λένε όχι Δέσποινα και όλοι γελάσανε και εγώ θύμωσα που αυτός άλλαζε το όνομά της γιαγιάς μου στα καλά καθούμενα.
Και δεν τρώγαμε καθόλου το φαϊ του Αβραάμ και του Ισαάκ που ήτανε κάτι γέροι εβραίοι στα θρησκευτικά μας, αλλά τρώγαμε το φαϊ της γιαγιάς μου της Κασσιανής και της Μαριέτας και πουθενά δεν έβλεπα στο τραπέζι τον αγλέορα και ανησυχούσα μήπως στεναχωρηθεί ο κύριος Νομάρχης που δεν είχαμε μαγειρέψει το αγαπημένο του φαγητό.
Τελικά η Μαριέτα έβαλε στον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο εκείνη την Κυριακή διπλή μερίδα από όλα τα φαγητά και στον κύριο Νομάρχη τριπλή μερίδα γιατί ήτανε πιο σπουδαίο πρόσωπο όπως είχε πει ο πατέρας μου και μιλάγανε και οι δυο με το στόμα γεμάτο και λέγανε όλη την ώρα "η κυβέρνησις δεν δίδει χρήματα δια έργα" και "υπάρχει μεγάλη στενότης" και " η χώρα ευρίσκεται εις στενωπόν".
Και μετά αρχίσανε να μιλάνε μεταξύ τους σιγά για κάτι προμήθειες και κάτι εργολάβους και τότε καταλάβαμε πολύ καλά ότι θέλανε να προμηθευτούνε εργολάβους που μας αρέσανε και μας πολύ γιατί ήτανε πολύ ωραία γλυκά. Κι εμείς νομίζαμε ότι θέλαμε να μας κάνουνε έκπληξη και το είπαμε δυνατά ότι μας αρέσουνε οι εργολάβοι με αμύγδαλο και τότε ο Νομάρχης και ο Δήμαρχος μας κοιτάξανε καλά καλά και αλλάξανε κουβέντα.
Αρχίσανε πάλι να λένε για την "στενωπόν" ότι και ότι "δεν βγαίνομε με τόσα λίγα που παίρνομε, ψιχία παίρνομε" και "θα βάλομε δικούς μας εις τας προμηθείας για να ρυθμίζει τα των εργολάβων" εμείς κοιτάγαμε πότε τον κύριο Νομάρχη και πότε τον αδερφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το Δήμαρχο και το κεφάλι μας πήγαινε πέρα δώθε όπως άμα μας πηγαίνανε στο Ομιλο Αντισφαίρησης Αθηνών και βλέπαμε που έπαιζε τέννις ο μπαμπάς μου και ζαλιστήκαμε. Στο τέλος λέγανε και οι δυο μαζί "πού βαίνομεν" πολλές φορές και κανένας δεν απάντησε.
Μετά το "πού βαίνομεν" που φαίνεται θα ήτανε κακό πράγμα ο κύριος Νομάρχης ζήτησε να πιει σόδα και καταλάβαμε ότι στεναχωριότανε και ήθελε να το χωνέψει κι αυτό μαζί με τους λαχανοντολμάδες και τους εργολάβους που μάλλον θα τους είχε φάει αλλού αφού το έλεγε σιγά.
Ευτυχώς εκείνη την Κυριακή ήμαστε πολύ καλά παιδιά και δεν κάναμε αταξίες καθόλου αλλά κουραστήκαμε τόσες ώρες στις καρέκλες να ακούμε τον κύριο Νομάρχη να ρωτάει εκατό φορές "που βαίνομεν" και στο τέλος κοιμηθήκαμε πάνω στο τραπέζι και δεν ακούσαμε τα υπόλοιπα σπουδαία πράγματα που λέγανε οι μεγάλοι. Και μετά μας ξυπνήσαμε και βγήκαμε όλοι μαζί στον κήπο να βγάλουμε φωτογραφία και ο αδελφός μου με τσιμπούσε και βγήκα σα χαζό στη φωτογραφία.


Ετσι πέρασε αυτή η σπουδαία Κυριακή που είχε έρθει ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος ομού με τον κύριο Νομάρχη που ήτανε φίλος του και την άλλη μέρα πήγαμε στα σχολεία μας και γράψαμε έκθεση "πώς πέρασα την Κυριακή μου".
Εμάς πολύ μας άρεσε το θέμα αυτό και γράψαμε με τον αδελφό μου μισή - μισή την έκθεση, ο καθένας στο σχολείο του και πήραμε μισό άριστα ο καθένας γιατί οι δασκάλες μας δεν μπορούσαν φαίνεται να βγάλουν άκρη τι λέγαμε και μας είπανε ότι γράψαμε ακαταλαβίστικα και κινέζικα.
Και τότε καταλάβαμε ότι είχαμε κολλήσει από τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής τον δήμαρχο και τον κύριο Νομάρχη που μιλάγανε κινέζικα και το είπαμε στις δασκάλες μας και αυτές καλέσανε τους γονείς μας και τους είπανε ότι "τα παιδιά πρέπει να παίζουν με παιδιά και όχι με δημάρχους και νομάρχες γιατί αυτό τους κάνει κακό". Το περίεργο είναι ότι και του αδερφού μου η δασκάλα είπε το ίδιο και η δικιά μου...
Και η μάνα μου έκανε να μιλήσει στον πατέρα μου μια βδομάδα που τους είχε κουβαλήσει στο σπίτι αυτούς αντί να πάει τα παιδιά του εκδρομή να παίξουν και η γιαγιά μου η Κασσιανή μας έδωσε γλυκό τριαντάφυλλο που πολύ μας άρεσε και έτσι ηρεμήσαμε τελείως.


Και τώρα μετά από τόσα χρόνια από τις ροζ και χρυσαφί Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής κατάλαβα επιτέλους τι θα πει "η χώρα ευρίσκεται εις στενωπόν" και ότι αυτό δεν χωνεύεται με σόδα αλλά απορώ πώς δεν κατάφερε ακόμα η χώρα να βγει από τη ρημάδα "την στενωπόν" αλλά απ' ότι φαίνεται απορούν κι όλοι οι άλλοι γύρω και κανείς δεν βρίσκει απάντηση στο "πού βαίνομεν" τελικά.
Ούτε τι γίνεται με τους εργολάβους και τις προμήθειες καταλάβαμε ακόμα.
Το μόνο που καταλάβαμε όλοι πλέον είναι τι φαϊ είναι ο αγλέορας !!! 



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Η γιαγιά μου η Κασσιανή στα TOP BLOGS

Τι καλοί άνθρωποι είναι αυτοί βρε παιδί μου; Τι ευγενικοί !!!
Πολύ ωραίο το blog σας μας είπανε και μας δώσανε το χαριτωμένο μαύρο κουμπάκι τους να στολίσουμε τη σελίδα μας.
Η χαρά και το καμάρι της γιαγιάς μου της Κασσιανής δεν περιγράφεται !!!
Εχει σηκωθεί από τα χαράματα, έχει ξεσηκώσει και το σπίτι στο ποδάρι σήμερα και δώστου πια "μπήκα στα καλύτερα μπλόγκς" δεν έχει αφήσει άνθρωπο που να μην το πει....
Ούτε ξέρω πού θα φτάσει ο λογαριασμός του ΟΤΕ, όλες τις φιλενάδες της πήρε, ζωντανές και αναχωρήσασες να τους το πει, τη Θεία Μαρίκα πήρε και τον θείο Αριστοτέλη, τον αδερφό μου που έχει τσακωθεί με τη γυναίκα του την οποία πήρε ξεχωριστά, τον αδερφό της το δήμαρχο πήρε κι αυτός πήρε τον κ. Νομάρχη, το γνωστό της βουλευτή πήρε, τη θεία Αμαλία και το θείο Γιωργίκο, τη Μαριέτα την έβγαλε από την κουζίνα με τα ζυμάρια στα χέρια και την μπαστάκωσε στην καρέκλα να δει το μαύρο κουμπί στη σελίδα και χαμπάρι δεν πήρε η Μαριέτα,
Τη γειτόνισσα την πολυλογού βγήκε στο μπαλκόνι να τη φωνάξει και τις άκουσε όλη η γειτονιά πια μπούρου μπούρου να λένε για τα TOP BLOGS και η γειτόνισσα που είναι και λίγο περήφανη στ' αυτιά ν' ακούει άλλα αντ' άλλων και να ξεφωνίζει η γιαγιά μου η Κασσιανή και να δίνει ευχές στ' αυτούς τους καλούς ανθρώπους που της δώσανε το μαύρο κουμπάκι και να εξηγεί πόσο σπουδαία διάκριση πήρε το blog που της ήρθε τώρα στα γεράματα να φτιάξει και μην αφήνει τον κόσμο στην ησυχία του με τις ιστορίες της.
Η χαρά της είναι και δική μας !!!! Ευχαριστούμε...εκ μέρους της και εκ μέρους μας




Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Martini apple της Σόφης

"Αδουλος δουλειά δεν έχει τα βρακιά του λυνοδένει" έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μιλώντας για τον εαυτό της όταν εφεύρισκε διάφορους τρόπους να γεμίσει τον μονίμως ...γεμάτο χρόνο της. Οι εφευρέσεις της είχαν να κάνουν με νέες συνταγές όπου πρόσθετε πάντα κάτι δικό της π.χ. πρόσθετε μαζί με το δυόσμο και ένα μείγμα φρέσκου μαϊντανοσέλινου στη ζύμη για τους κεφτέδες, μπύρα στην ομελέτα και άλλα διάφορα που για την εποχή της ήταν ...κάπως.
Φαίνεται ότι αυτό το χούι της γιαγιάς μου της Κασσιανής το έχω κληρονομήσει ατόφιο και τρελλαίνομαι γενικά να πειραματίζομαι με νέα πράγματα σε γεύσεις, χρώματα, αρώματα κι ότι βάλει ο νους σας.
Πριν λίγες μέρες σκέφτηκα λοιπόν τι γεύση θα έδινε το μήλο στο Μαρτίνι..και αποφάσισα να φτιάξω ένα ειδικό Μαρτίνι που να μπορώ να απολαμβάνω στη βεράντα το καλοκαίρι με τριμμένο πάγο....ελαφρύ και με ανάλαφρη γεύση μήλου που αγαπώ πολύ.
Επλυνα λοιπόν 6 μεγάλα, κόκκινα και γλυκά μήλα. Τα έκοψα σε 4 κομμάτια το καθένα,καθάρισα τους σπόρους και τα έβαλα με τη φλούδα σε μια μεγάλη γυάλα του 1,5 λίτρου από αυτές που χρησιμοποιούμε για λικέρ ή μαρμελάδες. Εν συνεχεία γέμισα τη γυάλα με Martini Bianco (χρειάστηκε ένα ολόκληρο μπουκάλι Μαρτίνι). Σκέφτηκα να προσθέσω και λίγο Κονιάκ αλλά τελικά το άφησα για αργότερα. Εκλεισα τη γυάλα και την φύλαξα σε σκοτεινό μέρος.
Σήμερα, μια βδομάδα μετά, άνοιξα για λίγο τη γυάλα και με πολλή χαρά είδα ότι το ποτό μου έχει πάρει φρουτένια γεύση και άρωμα και δεν θα χρειστεί καθόλου ζάχαρη και τελικά δεν θα βάλω κονιάκ γιατί θα το βαρύνει......
Θα το αφήσω ακόμα 15-20 μέρες δοκιμάζοντάς το ανά βδομάδα .....

    
 Δοκιμάστε το ...έχω την αίσθηση ότι θα αρέσει σε πολλούς φίλους !!!!

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Πρώτη μέρα στην πρώτη τάξη .... Ελληνογαλλικησχολημοναχωνουρσουλινών

Η θεία Μαρίκα, υπόδειγμα μητέρας και συζύγου, ήταν απόφοιτη des Ursulines de Naxos όπως λέγανε στο σπίτι και πολύ καμαρώνανε με αυτό το de Naxos. Ντεναξός και ξερός λέγαμε με τον αδελφό μου γιατί ήμαστε δύο τούβλα και συγχιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή κι έπαιρνε το χάπι για την πίεση.
Τόσο πολύ καμαρώνανε όλοι για το ντεναξός της θείας Μαρίκας που άμα ερχότανε αυτή στο σπίτι μας μετά τα γλυφιτζούρια και το υποχρεωτικό φιλί στο μάγουλο έπρεπε σαν καλά παιδιά να πούμε όλο το γαλλικό ρεπερτόριό μας από το Frere Jaques, το Meunier tu dors μέχρι και το Allouete gentille allouette και άμα είχαμε πολλά κέφια λέγαμε και το promenons nous dans le bois.


Τότε η θεία Μαρίκα μας έδειχνε όλο το ντεναξός της και τη χαρά της για την πρόοδό μας που την είχε αναλάβει προσωπικά η Mademoiselle Claire που έμενε στο σπίτι μας κι εμείς τη λέγαμε Claire de la lune και γελάγαμε μόνοι μας.
Κι έτσι χαρωπά περνούσε ο καιρός με ντεναξός και γλυφιτζούρια και τη Mademoiselle Claire που μας έσφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι να μας σκάσει και μας έτρεχε στη Φιλοθέη που την έλεγε Φιλοτέ και εκεί είχε μια παιδική χαρά με ξύλινα παιχνίδια που πολύ μας άρεσε και παίζαμε και όλο ιδρώναμε και πίναμε νερό σαν τα πετί γκρενούιγ και η Mademoiselle Claire μας φώναζε ρεποζέ βου μεζ ανφάν και ντυ καλμ και τέτοια που στην αρχή δεν καταλαβαίναμε αλλά μετά τα λέγαμε κι εμείς και ροδάνι πήγαινε η γλώσσα μας.
Για ένα περίεργο λόγο που ποτέ δεν καταλάβαμε με τον αδερφό μου στο θέμα του ντεναξός συμφωνούσανε απόλυτα η γιαγιά μου η Κασσιανή και η μάνα μου που σπάνια συμφωνούσανε μεταξύ τους γενικώς. Και μια μέρα που ο αδερφός μου κυνηγούσε κάτι χρυσόμυγες ως συνήθως κι εγώ είχα φάει πολλά δαμάσκηνα στον κήπο και είχα πονόκοιλο έγινε ένα συμβούλιο σπίτι μας και όλο μιλάγανε η γιαγιά μου η Κασσιανή, η θεία Μαρίκα και η μαμά μου και όταν ήρθε ο  πατέρας μου όλες μαζί αυτές του πετάξανε μια περίεργη λέξη που τη λέγανε "ουρσουλίνες" και αυτός ήρθε κατευθείαν στο δωμάτιό μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά και ήτανε πολύ χαρούμενος.
Και μετά, μία μέρα που είχαμε γυρίσει πια από τον παραθερισμό, όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή τα μπάνια, και ήμασταν κατάμαυροι και μας σφίγγανε τα πέδιλα γιατί όλο το καλοκαίρι ήμασταν ξυπόλυτοι με τον αδελφό μου και ψαρεύαμε σπάρους που μετά τους ξαναπετάγαμε στη θάλασσα,  μας είπανε ότι τώρα θα πάμε σχολείο, αλλά όχι μαζί και πολύ μας κακοφάνηκε.
"Ο αδελφός σου είναι αγόρι" μου έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή κι εγώ της έλεγα "τι πειράζει;" και την νευρίαζα πολύ που δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να πάμε σε άλλο σχολείο ο καθένας σαν να είμαστε τσακωμένοι ενώ δεν ήμασταν.
Και τότε η θεία Μαρίκα λύσσαξε να μάθουμε το il était un petit navire και η γιαγιά μου η Κασσιανή λύσσαξε κι αυτή να μάθουμε το πτι ναβίρ και η κακομοίρα η mademoiselle Claire μας τόμαθε αμέσως.


Τέλος πάντων μετά από αυτά τα περίεργα που είχανε να κάνουνε με το ντεναξός της θείας Μαρίκας και το καράβι που ήταν αταξίδευτο και αυτό το περίεργο ουρσουλίνες έπεσε ένας πανικός στο σπίτι μας και η μάνα μου μαζί με τη γιαγιά μου την Κασσιανή αρχίσανε να μας τρέχουνε στα μαγαζιά και να μας τραβολογάνε βάλε βγάλε καινούργια ρούχα και παπούτσια στο Μούγερ και στο Μπεμπέ Ρόζ και είχαμε ξεμαλλιαστεί τελείως γιατί όλα τα φοράγαμε από το κεφάλι εκτός από τα παπούτσια που αυτά τα φοράγαμε στα πόδια μας.
Οταν τελείωσε το μαρτύριο με τα ρουχοπάπουτσα που λέγαμε με το αδελφό μου και νομίζαμε ότι θα πάμε να παίξουμε, μας τρέχανε μετά να αγοράσουμε κάτι τσάντες μεγάλες σαν κι αυτές που έχουνε οι ταχυδρόμοι και τις θέλαμε λέει για το σχολείο και εμείς λέγαμε με τον αδελφό μου ότι το σχολείο θα είναι κανένα μεγάλο ταχυδρομείο σαν αυτό που ήτανε στην Κηφισσίας και πηγαίναμε άμα ήτανε να στείλουμε γράμμα στην κυρία Αριστέα τη φίλη της μαμάς που ήτανε στην Αμερική.


Και επειδή γκρινιάζαμε πάρα πολύ και δεν μας αρέσανε τα μαγαζιά και ούτε άλλο τίποτα και είχαμε βγάλει την κακιά αφρίτα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή για να μας καλοπιάσουνε μας πήρανε και παγωτό χωνάκι από το αγαπημένο μας παγωτατζίδικο στην Πανεπιστημίου που ήτανε και ο Μούγερ αλλά τόση φούρκα είχαμε και οι δύο που πασαλειφτήκαμε με τα παγωτά και γίναμε τα χάλια μας και η μάνα μου μας αγριοκοίταζε αλλά εμείς κάναμε ότι δεν τη βλέπαμε και μόλις γύρισε την πλάτη της βγάλαμε κι οι δυο μαζί τη γλώσσα μας όπως είχαμε μάθει από κάτι άλλα παιδιά στη γειτονιά μας.
Εμένα που ήμουνα κορίτσι μου πήρανε και δυο μπλε φουστάνια απαίσια με κουμπιά πίσω και άσπρο γιακά ξεχωριστό που καθόλου δε μου αρέσανε αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή όλο σκούπιζε τα μάτια της γιατί ήμουνα λέει πολύ ωραία μαθήτρια με την ποδιά μου και τότε κατάλαβα ότι η γιαγιά μου η Κασσιανή έλεγε βλακείες γιατί η ποδιά που φόραγε η Μαριέττα μας που έκανε τις δουλειές ήτανε άσπρη και η ποδιά που φόραγε η μαμά μου στην κουζίνα είχε λουλουδάκια και φραουλίτσες απάνω και καμμία δε φόραγε τέτοιο μπλε φουστάνι με κουμπιά πίσω και άσπρο γιακά ξεχωριστό ούτε ήτανε μαθήτρια.
Πολύ με απασχολούσε τι ήτανε αυτό το μαθήτρια και άμα ρώταγα τις φίλες μου δεν ξέρανε ούτε κι αυτές και έτσι ρώτησα τη γιαγιά μου την Κασσιανή και αυτή μου είπε ότι θα πάω στο σχολείο να μάθω να γράφω και να διαβάζω και τότε είπα στον αδελφό μου ότι η γιαγιά μας η Κασσιανή λέει χαζαμάρες γιατί εμείς ξέραμε να γράφουμε και να διαβάζουμε πολύ ωραία και δεν χρειαζότανε να πάμε σχολείο που θα ήμασταν και χωριστά. Εμάς μας είχε μάθει πολύ ωραία γράμματα η μαμά μας που ήτανε δασκάλα αλλά δεν δούλευε σε σχολείο μόνο καθότανε στο σπίτι και μας αγαπούσε όλη μέρα όχι τη μισή σαν κάτι άλλες μαμάδες που πηγαίνανε στο γραφείο.
Ομως, όπως έλεγε και ο κυρ Τάσος που κλάδευε τα δέντρα μας "το πετρωμένο φίδι αγίνωτο" αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή μας έλεγε ότι το σωστό ήτανε "το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον" και τελικά έπρεπε να πάμε σχολείο ο καθένας μόνος του. Ετσι χωρίσαμε για πρώτη φορά με τον αδελφό μου το Γιώργο που είμαστε μαζί συνέχεια μέχρι και κουνελάκια είχαμε γίνει μαζί και κάναμε γυμναστικές επιδείξεις στο νηπιαγωγείο και βγάλαμε και ωραίες φωτογραφίες.
Και μπορεί να μην είμαστε τελείως αδέλφια δηλαδή με το Γιώργο γιατί αυτός είχε δικό του μπαμπά και μαμά που μένανε στο διπλανό σπίτι και ήτανε φίλοι με τους δικούς μου αλλά εμείς είμαστε συνέχεια μαζί από τότε που γεννηθήκαμε και δεν είχαμε χωρίσει ποτέ και τέλος πάντων εμείς αδέλφια είμαστε και πολύ μας άρεσε αυτό κι αλλοίμονό του σ' όποιον έλεγε το αντίθετο.
Ετσι ένα πρωί μπρος Μαριώ και πίσω Γιάννης που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή με πήγανε στο σχολείο. Η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε πάρει αλαμπρατσέτα τη θεία Μαρίκα με το ντεναξός και τη μαμά μου και εγώ προχώραγα μπροστά όπως είχα δει και κάνουνε τα μεγάλα παιδιά στις παρελάσεις. Πίσω από τη γιαγιά μου την Κασσιανή πήγαινε η Μαριέτα που κράταγε τη μεγάλη τσάντα του ταχυδρόμου γιατί εγώ είχα δηλώσει ότι αυτή την αηδία δεν την κρατάω.


Το σχολείο που με πήγανε ήτανε πολύ μεγάλο. Ητανε και σα Μουσείο. Είχε και ένα όνομα σαν τραίνο ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗΣΧΟΛΗΜΟΝΑΧΩΝΟΥΡΣΟΥΛΙΝΩΝ που το έλεγα όλο μαζί και κόντευα να πνιγώ και μετά μου είπανε "μία μία λέξη παιδί μου" και κατάλαβα πώς έπρεπε να το λέω αλλά εκείνο το "μοναχών" δεν το καταλάβαινα καθόλου γιατί εγώ δεν ήθελα να είναι κανένας μοναχός του σαν κι εμένα που ήμουνα μοναχή μου χωρίς τον αδελφό μου σ' αυτό το σχολείο.
Είχε και μια διευθύντρια που ήτανε φίλη της μαμάς μου και αυτή μου έδωσε καραμέλλες την πρώτη μέρα αλλά δεν μου αρέσανε. Πάντως παρηγορήθηκα λίγο γιατί είχε πολλά παιδιά αλλά μόνο κορίτσια και πολύ ωραίες κούνιες πράσινες με πολλές πρασινάδες ψηλές γύρω γύρω και ήταν σαν πράσινη φωλιά.
Εκείνη την πρώτη μέρα είχε πολλές μαμάδες και μπαμπάδες στην αυλή μαζί με τη δικιά μου αλλά γιαγιάδες και Μαριέττες δεν είχε και είχα συγχιστεί και έκανα νοήματα της γιαγιάς μου της Κασσιανής να φύγει γιατί θα φαινόμουνα σαν μαμόθρεφτο που είχε κουβαληθεί όλη η οικογένειά μου εκειπέρα.
Το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή όμως ήτανε ατάραχη σαν το Βούδα και είχε πιάσει ψιλοκουβέντα με τη θεία Μαρίκα που είχε βρει κάτι άλλες κυρίες με ντεναξός κι αυτές και μιλάγανε γαλλικά.
Κάποια ώρα χτύπησε ένα κουδούνι και βγήκανε έξω οι δασκάλες και η διευθύντρια η κυρία Θωμοπούλου που ήτανε και φίλη της μαμάς μου και μας μαζέψανε "κατατάξεις" που δεν ήξερα τι θα πει ακριβώς αλλά στη δική μου κατατάξη ήτανε και άλλα κοριτσάκια και αυτά με ποδιές μπλε και άσπρα γιακαδάκια και μας βάλανε στη σειρά τρία τρία και κάναμε την προσευχή μας και τα μεγάλα κορίτσια λέγανε τον Εθνικό Υμνο που τον ξέρανε πιο καλά από μας.
Δίπλα μου στη σειρά ήτανε ένα κοριτσάκι ξανθό με κάτι ωραία κοκκαλάκια που της αρέσανε και τα δικά μου και έτσι γίναμε πολύ φίλες και μιλάγαμε για τις κούκλες μας και τη λέγανε Τιτίκα Καμάρη αλλά ήρθε μία δασκάλα και μας είπε "σουτ" και σταματήσαμε να μιλάμε αλλά μετά ξαναρχίσαμε με την Τιτίκα και ένα άλλο κοριτσάκι πολύ όμορφο από πίσω μας που το λέγανε Ρένα Ιωαννίδου και μας έλεγε πώς άμα μεγαλώσει θα γίνει ηθοποιός κι εμείς χαρήκαμε πάρα πολύ γιατί αυτή θα γινότανε ηθοποιός κι εμείς θα είμαστε φίλες της.
Και όλο σκουντιόμαστε και γελάγαμε με κάτι άλλα κοριτσάκια στην κατατάξη μας και μάθαμε τα ονόματά τους που ήτανε Σοφία Αποσκίτου και Μάνια Κουρούση και Ελενα Μοιρασγέτη και Λίζα Αθανασάκη και Κατερίνα Χατζηθέμελη και Κατερίνα Καραγιάννη και Ραλλία Νικολάκη και Νάνσυ Φωτοπούλου και Χριστίνα Ρόζη και Ολγα Πάσχου και Λία Θεοφανίδου και Μαριαλένα Τζουβελέκη και Ντορίνα Σταθοπούλου και κάτι άλλα που δεν πρόλαβα να τα μάθω γιατί πάλι η δασκάλα μας είπε "σουτ" και μας αγριοκοίταξε όλες μαζί.
Μετά ήρθε ένας παπάς για να κάνει τον Αγιασμό όπως λέγανε οι μεγάλες που ξέρανε από πέρσι.
Τότε βγήκε από τη μεγάλη πόρτα μια κυρία σαν τη γιαγιά μου την Κασσιανή αλλά αυτή φόραγε κάτι περίεργα ρούχα γκρι με ένα περίεργο πράμα στο κεφάλι σαν μαντήλι με άσπρη κορδέλα και τα μεγάλα κορίτσια αρχίσανε να ψιθυρίζουνε μεταξύ τους και λέγανε "ημερελιζαμπέτ, ημερελιζαμπέτ" αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τι ήτανε αυτό. Μάλλον όμως θα ήτανε κάτι σπουδαίο γιατί κάνανε όλοι πολύ ησυχία μόλις την είδανε και αυτή μας είπε "Καλή χρονιά παιδιά -  καλή πρόοδο" και η διευθύντρια είπε "ευχαριστούμε μαμέρ". Αυτό το μαμέρ δεν μας το είχε μάθει η Mademoiselle Claire και δεν το κατάλαβα.
Μετά μας είπε η διευθύντρια που τη λέγανε κυρία Θωμοπούλου να μπούμε στις τάξεις μας αλλά εμείς δεν ξέραμε πού να πάμε και  δεν κουνιόμαστε καθόλου. Και τότε τα μεγάλα κορίτσια γελάγανε και μας λέγανε "πρωτάκια" που σίγουρα  ήθελε να πει ότι ήμαστε χαζά.
Δίκιο είχανε τα μεγάλα κορίτσια γιατί εμείς είχαμε χαζέψει και κοιτάγαμε γύρω γύρω και βλέπαμε αυτή την κυρία που λέγανε "ημερελιζαμπέτ, ημερελιζαμπέτ" που καθότανε στη θέση της ακίνητη και περνάγανε όλα τα παιδιά από μπροστά της και κάνανε υπόκλιση και μετά περάσαμε κι εμείς γιατί μας σπρώχνανε οι μεγάλες και φιλήσαμε το χέρι του παπά που έκανε τον Αγιασμό.


Μετά ήρθε μία δασκάλα και μας είπε "εσείς παιδιά ακολουθείστε με. Θα πάμε στην τάξη μας ισόγειο και αριστερά". Εμείς τότε πήγαμε μαζί της ισόγειο και αριστερά σε μία τάξη. Με την Τιτίκα πιαστήκαμε χέρι χέρι γιατί ήτανε ένα χοντρό κορίτσι και μας έσπρωχνε και φοβηθήκαμε ότι θα μας πετάξει κάτω. Εγώ αυτήν τη χοντρή δεν τη χωνεύω είπα της Τιτίκας κι αυτή είπε "ούτ' εγώ". Μετά   τρέξαμε να πιάσουμε δυο θρανία να κάτσουμε δίπλα δίπλα στο παράθυρο να βλέπουμε έξω την αυλή του Γυμνασίου άμα βαριόμαστε.
Η τάξη μας ήτανε πολύ ωραία και καθαρή σαν το σπίτι μας που πατάγαμε με τα πατάκια να μη λερώσουμε το πάτωμα και ο μπαμπάς μου έλεγε ότι αυτά είναι υπερβολές και ότι καμμιά φορά θα γλυστρίσουμε και θα σπάσουμε κανένα πόδι αλλά ούτε η μαμά μου ούτε η γιαγιά μου η Κασσιανή τον ακούγανε κι έτσι περπατάγαμε όλο με τα πατάκια και πηγαίναμε σαν τους πιγκουίνους. Ευτυχώς όμως εδωπέρα στην τάξη δεν είχε πατάκια όπως στο σπίτι μας.
Το θρανίο μου ήτανε μπεζ με σκέπασμα και άμα το άνοιγες έβαζες μέσα ότι ήθελες. Εγώ όλη τη χρονιά έβαζα μέσα το σάντουιτς που μου έφτιαχνε η μαμά μου και το άφηνα εκεί μέχρι που γινότανε πράσινο και μετά το πέταγα στο καλάθι άμα δε με βλέπανε γιατί όλα τα παιδιά που τρώγανε σάντουιτς από το σπίτι τους ήτανε μαμόθρεφτα και εγώ δεν ήθελα να είμαι αλλά δεν το έλεγα στη μαμά μου ότι κάθε μέρα άφηνα το σάντουιτς μέσα στο θρανίο.
Οταν καθήσανε όλα τα παιδιά και σταματήσανε τα γράτς και τα γρουτς και τα γκρρρρρ που σέρνανε τις καρέκλες τους η δασκάλα μας είπε "Καλή χρονιά παιδιά. Είμαι η δασκάλα σας και ονομάζομαι δεσποινίς Αννα Παλαμάρη". Κάτι παιδιά μιλάγανε και η δασκάλα χτυπούσε τα χέρια της να κάνουνε ησυχία κι εγώ κοίταγα που είχε ωραία μαλλιά κότσο αλλά τη φοβόμουνα κάπως γιατί ήτανε αυστηρή. 
Τότε η δασκάλα μας μοίρασε από ένα χαρτί που έλεγε πάνω πάνω Β Ι Β Λ Ι Α  Κ Α Ι  Υ Λ Ι Κ Α και μας είπε να το δώσουμε στους γονείς μας να ψωνίσουνε από το βιβλιοπωλείο Βασιλείου ότι έλεγε το χαρτί και να τα φέρουμε την άλλη μέρα γιατί είμαστε, λέει, πια μαθήτριες της Πρώτης Τάξης και δεν είμαστε μωρά και θ' αρχίζαμε τα μαθήματά μας.
Τότε κατάλαβα ότι η δική μου κατατάξη ήτανε η Πρώτη Δημοτικού και σήμερα έγινα ένα μεγάλο παιδί και σταμάτησα να είμαι μωρό όπως ήμουνα χτες. Αυτό όμως μου φαινότανε πολύ περίεργο γιατί από μέσα από την ποδιά φορούσα το ίδιο φουστάνι που φόραγα και χτες που ήμουνα μωρό και μου έκανε μια χαρά και σήμερα που λέγανε πώς είχα μεγαλώσει πια.


Τότε μου ήρθε μια πολύ μεγάλη λύπη και πεθύμησα πάρα πολύ το μπαμπά μου, τη μαμά μου και τη γιαγιά μου την Κασσιανή που άμα με έπιανε μεγάλη λύπη με έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου έλεγε μια ιστορία που είχε φτιάξει μόνη της για την κυρά Μαριγώ την αλεπού που ντύθηκε γιατρός για να ξεγελάσει τις κότες στο κτήμα του κυρ Ανέστη και κοιμόμουνα ζεστά και βελουδένια.
Εκείνη τη στιγμή κοίταξα τη δασκάλα με τα ωραία μαλλιά και με έπιασε πιο μεγάλη λύπη γιατί δεν μου άρεσε καθόλου γιατί δεν είχε χαμογελάσει καθόλου όλη την ώρα και είπα μέσα μου ότι θα είναι κακιά και αποφάσισα να μη τη χωνέψω καθόλου όλη τη χρονιά.
Μέχρι και τη Μαριέττα μας πεθύμησα που με κυνηγούσε στον κήπο να μην τρώω τις ψόφιες μέλισσες και παθαίνω κοιλιακά και τη Mademoiselle Claire πεθύμησα που δε με μάλλωνε ποτέ αλλά όλο γέλαγε, μέχρι και τη θεία Μαρίκα πεθύμησα με το ντεναξός της.
Και μετά μου ήρθανε πολλά δάκρυα αλλά δεν ήθελα να με δούνε και με κοροϊδεύουνε τα άλλα κοριτσάκια και κοίταγα όλο από το παράθυρο γιατί είχα πεθυμήσει και τον αδερφό μου που τον είχανε πάει με το ζόρι στο δικό του σχολείο και θυμόμουνα που χτες μου είχε πει "μη στεναχωριέσαι βρε χαζή λίγο θα πάμε σχολείο και μετά θα παίζουμε". Και έγινα πολύ θυμωμένη.


Και επειδή όλο κοίταγα από το παράθυρο η δασκάλα μου είπε "πού κοιτάς εσύ παιδί μου" και της είπα  "όπου θέλω" και μου είπε "είσαι ανάγωγη, γύρνα μπροστά σου αμέσως" και της είπα "δε θέλω να γυρίσω μπροστά μου και δεν είμαι ανάγωγη" και θύμωσα πιο πολύ γιατί μου φάνηκε στριμμένη.
Τότε χτύπησε το κουδούνι να πάμε στο διάλειμμα και βγήκαμε στην αυλή. Εγώ όμως πήγα στη διευθύντρια και της είπα "η δασκάλα με είπε ανάγωγη και θέλω να πάω σπίτι μου" και η διευθύντρια με κοίταγε καλά καλά γιατί της τα είπα όλα μαζί κι άρχισε να με ρωτάει "γιατί παιδί μου" αλλά εγώ κοίταγα ίσια μπροστά μου και καθόμουνα  κοκκαλωμένη στην πόρτα. 
Τότε η διευθύντρια χτύπησε ένα κουδούνι και ήρθε μια παχουλή κυρία πολύ γλυκειά και η διευθύντρια της είπε "κυρία Πόπη τηλεφωνείστε σας παρακαλώ στο σπίτι της Σόφης να έρθουν να την πάρουν γιατί θέλει να φύγει".
Μετά από λίγη ώρα ήρθε η μαμά μου με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που είχε φορέσει και το καπέλλο της ενώ το πρωί δεν το φόραγε και αυτό ήθελε να πει ότι είχε πολύ συγχιστεί. Και πριν ανοίξει το στόμα της η μάνα μου πετάχτηκε το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή και είπε "γιατί θέλει να φύγει το παιδί, τι του κάνατε; " Σας παρακαλώ πολύ κυρία μου, τίποτα δεν.." Εγώ σας παρακαλώ, φώναξε η γιαγιά μου η Κασσιανή, αυτό το παιδί ποτέ δεν κάνει κάτι χωρίς λόγο. Ασφαλώς το έχετε τρομοκρατήσει με κάτι και απαιτώ εξηγήσεις. Ποιά είναι η δασκάλα της;"


Τότε έγινε ένα τρελλοκομείο εκεί μέσα διότι η μαμά μου της είπε "σας παρακαλώ πολύ μητέρα, τι τρόπος είναι αυτός σε τέτοιο σχολείο,αφήστε να μας εξηγήσουν οι άνθρωποι" και η γιαγιά μου η Κασσιανή της είπε "δεν θ'αφήσω το παιδί να υποφέρει" και η μαμά μου θύμωσε πάρα πολύ και εγώ κοίταγα τον τοίχο και γέλαγα κρυφά στη γιαγιά μου την Κασσιανή γιατί μου ΄κλεινε το μάτι. 
Μετά η διευθύντρια έτρεξε να φέρει τη δασκάλα μου, η γιαγιά μου η Κασσιανή την πέρασε από ανάκριση τρίτου βαθμού για να μάθει τι είχε γίνει και η μάνα μου της έλεγε "σας παρακαλώ μητέρα αφήστε να μας πει η κυρία". 
"Θα μας πει η κυρία αλλά θα μας πει και το παιδί τι έγινε στα καλά καθούμενα και θέλει να φύγει" επέμενε η γιαγιά μου η Κασσιανή  και με κοιτάγανε όλοι μαζί, η δασκάλα κατακόκκινη, η διευθύντρια καταπράσινη, η μαμά μου κάτασπρη και η γιαγιά μου η Κασσιανή μισή μωβ και μισή ροζ που ήτανε τα χρώματα που έπαιρνε άμα πάθαινα κάτι εγώ ας πούμε όπως κοιλιακά ή γρίππη ή κάτι άλλο. 
"Η δασκάλα με είπε ανάγωγη γιατί της είπα ότι κοιτάω όπου θέλω επειδή κοίταγα απ' το παράθυρο. Τόσο κακό ήτανε που κοίταγα απ' το παράθυρο;" είπα. "Ορίστε" ξεφώνισε η γιαγιά μου η Κασσιανή "ορίστε" "εγώ παίρνω αμέσως το παιδί και φεύγω και δεν ακούω τίποτ' άλλο" δήλωσε επίσημα προς όλους και εσείς εξηγήστε στη νύφη μου τι εννοείτε με τη λέξη ανάγωγη για ένα παιδάκι που πάει πρώτη μέρα σχολείο".
Τότε η διευθύντρια πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο και έπιασε την γιαγιά μου την Κασσιανή από το χέρι "Παρακαλώ κυρία μου ήταν ένα ατυχές επεισόδιο, συμβαίνουν αυτά ενίοτε τις πρώτες ημέρες μέχρι να συνηθίσουν τα παιδιά στο περιβάλλον του σχολείου, μην ανησυχείτε, θα ασχοληθώ προσωπικώς" και χτύπησε πάλι το κουδούνι και ήρθε ξανά η παχουλή γλυκειά κυρία Πόπη και με πήρε μαζί και πήγαμε βόλτα να γνωρίσουμε την αδελφή Σεσίλ και τα παιδάκια που πηγαίνανε στο γαλλικό σχολείο που ήτανε μέσα στο δικό μας αλλά κάπως ξεχωριστά στη μεριά της εκκλησίας που τη λένε chapelle και έχει ένα ωραίο άγαλμα της Παναγίας μέσα και είναι γεμάτη λουλούδια και δεν μυρίζει καθόλου λιβάνια. Εκεί ήτανε πολύ ωραία γιατί ήτανε πολλά παιδάκια και άσπρα και μαύρα και γιαπωνεζάκια και παίξαμε και κάναμε κούνια στην πράσινη φωλίτσα με τις κούνιες και μετά η αδελφή Σεσίλ μου έδωσε καραμέλλες και μου χάιδεψε τα μαλλιά και πέρασα πολύ ωραία και δεν ήθελα καθόλου να φύγω πια.

Και μετά πέρασε η ώρα και ήρθαν τα πούλμαν να πάρουνε τα παιδιά να πάνε στο σπίτι τους γιατί ήτανε μεσημέρι και εμένα ήρθε η μαμά μου με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και είχανε μαζί τους και τη δασκάλα που με είχε πει ανάγωγη αλλά τώρα μου γέλασε και μου είπε "Σε περιμένω αύριο στην τάξη Σόφη θα στεναχωρηθούν οι φίλες σου αν δεν έρθεις". Και τότε σκέφτηκα ότι η δασκάλα γινόταν κάπως όμορφη όταν γέλαγε και σκέφτηκα και την φίλη μου την Τιτίκα Καμάρη και τα άλλα κοριτσάκια που είχα γνωρίσει και μου ήρθε μια στεναχώρια και μια χαρά μαζί γιατί ήθελα να τις ξαναδώ και την άλλη μέρα και να παίξουμε και δεν ήθελα να τις στεναχωρήσω άμα δεν πήγαινα ξανά σχολείο. Και αποφάσισα να πάω και την άλλη μέρα και την άλλη και την άλλη......


...........................................................................................................................................
Και μετά πήγαινα κάθε μέρα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και νόμιζα ότι ήμουνα πια στο σπίτι μου. 
Και όσο πήγαινα τόσο πιο πολύ μου άρεσε και αυτό κράτησε 12 χρόνια κάθε μέρα κι άμα αρρώσταινα καμμιά φορά πολύ στεναχωριόμουνα που δεν έβλεπα τις φίλες μου και τις δασκάλες μου και τους καθηγητές μου και τη Mére Superieur και τη Mére Angèle και την Mére Marie Pierre και τη Mére Odile και την αδελφή Αγνή και τη Mére Elizabeth Thèrese και ....και ..... .


Και όλα εκεί μέσα γινόντουσαν σαν από χρυσόσκονη και τα λαμπερά Χριστούγεννα και τα κυκλάμινα που πηγαίναμε στην Sainte Vierge και οι petites vieilles pauvres που είχαμε υιοθετήσει και o Raoul Folleraux και οι λεπροί του και το Χημείο με τα πειράματα και το θέατρο με τις μεγάλες παραστάσεις του και η λογοτεχνία με τη Σταυρογιαννοπούλου και τη Ρηγοπούλου και τα cours de Sorbonne με την Mme Louri που παντρεύτηκε και πήγαμε όλες στο γάμο και μοιράζαμε μπουμπουνιέρες και πολύ μας άρεσε και τα voyages culturelles στη Γαλλία και οι αγώνες βόλλεϋ και οι χοροί και τα πρώτα τσιγάρα στη σοφίτα του Hotel de l' Est στο Παρίσι με τις κολλητές και τα αριστερά μυαλά μας με τη Μαζαράκη και τα πρώτα ερωτικά ποιήματα  που έγραψα ακούγοντας Christophe και οι συμμαθήτριές μου από την πρώτη ως την τελευταία μέρα και κάποιες άλλες που ήρθαν στην πορεία και το λεύκωμα που έγραψαν οι φίλες μου που ακόμα τόχω......
Και χιλιάδες άλλες αγαπημένες αναμνήσεις που κάθε μέρα τις κουβαλάω και μόνο όσες περάσανε από την περίφημη "ελληνογαλλικησχολημοναχωνουρσουλινών" Ψυχικού ξέρουν τι σημαίνουν......


Κανείς ποτέ δεν με ξαναείπε ανάγωγη σ' αυτό το σχολείο και όλοι αγωνιστήκανε να γίνω ένας χαρούμενος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Τώρα το ξέρω. Κι εγώ όλο διάβαζα για να είναι κι εκείνοι χαρούμενοι μαζί μου και οι γονείς μου και  πιο πολύ η γιαγιά μου η Κασσιανή που μου είχε πει κρυφά εκείνη την πρώτη μέρα "όχι άμα θέλανε ας τα βάζανε μαζί μου...εσύ όμως πρόσεχε...θέλω να είσαι η πρώτη από δω και πέρα" και γελάσαμε οι δυό μας κρυφά αλλά της είχα δώσει το λόγο μου και νομίζω τον κράτησα γιατί και στα μαθήματα αλλά και στις τρέλλες και τις διαβολιές ... απ' τις πρώτες ήμουνα.....


@@@

Λεξιλόγιο ...για τους μη γαλλόφωνους

De Naxos = της Νάξου (ενν. το σχολείο Ουρσουλινών της Νάξου παλαιότερο του Ψυχικού)
Claire de la Lune = λαμπερή σελήνη (παράφραση του ονόματος της mademoiselle Claire
τα γαλλικά τραγουδάκια εδώ είναι από τα κλασσικά που μαθαίνουν τα παιδάκια
πετί γκρενούιγ = petits grenouilles =μικρά βατραχάκια
Ρεποζε βου μεζ ανφάν = reposez vous mes enfants = ξεκουραστείτε παιδιά μου
ντυ καλμ = du calme = ηρεμία 
ημερελιζαμπέτ = η Mère Elisabethe =η Μητέρα Ελιζαμπέτ, τότε προϊσταμένη του δημοτικού.
Μαμέρ = Ma Mère = Mητέρα μου (προσφώνηση της υπεύθυνης Καλόγριας)
chapelle = το παρεκκλήσιο του Σχολείου
Sainte Vierge = η Παναγία
les petites vieilles pauvres = άπορες γριούλες
Raoul Folleraux =διάσημος γάλλος ανθρωπιστής που αφιέρωσε τη ζωή του στην ανακούφιση των λεπρών. Επισκεπτόταν τακτικά το σχολείο μας. 
voyages culturelles = το σχολείο οργάνωνε τα καλοκαίρια πολιτιστικά ταξίδια στη Γαλλία για τις μαθήτριες.