
Τι μαρτύριο Χριστέ μου και Σωτήρα μου στη γιορτή σου καλοκαιριάτικα μ΄αυτά τα παλιόπαιδα που δεν τρώνε τέτοιο φρεσκότατο ψάρι" ξεφώνιζε η γιαγιά μου η Κασσιανή και δώστου μας μπούκωνε με ψάρι που το είχε κάνει νιανιά μια ειδική μέρα που ήτανε λέει του Σωτήρος και μας τραβολογούσε στην εκκλησία πρωί πρωί και μετά δεν μας άφηνε να κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα γιατί έλεγε ότι άμα κάναμε μπάνιο αυτή τη μέρα θα πνιγόμαστε τελείως κι εμείς της λέγαμε είσαι τρελλή και μετά γινότανε της τρελλής στο σπίτι μας γενικώς.
Ο αδελφός μου κι εγώ δεν ξέραμε ποιός ήτανε αυτός ο Σωτήρος αλλά μετά μας είπανε ότι το Χριστούλη τον λέγανε και "Σωτήρ" αλλά πάλι δεν καταλαβαίναμε ποιός ήταν τελικά ο Σωτήρος. Εμείς μόνο το θείο Σωτήρη ξέραμε που άμα γιόρταζε το καλοκαίρι κουβαλιόμαστε οικογενειακώς στην Αίγινα που παραθέριζε αυτός και είχε και μια λιμνούλα στο σπίτι του με χρυσόψαρα και πάπιες και βατράχια κι εκεί καθόμαστε μια βδομάδα και μας πηγαίνανε στον Αγιο Νεκτάριο για να γίνουμε καλά παιδιά αλλά δε γινόμαστε με τίποτα.
Πολύ μεγάλη ελπίδα είχανε φαίνεται οι δικοί μας στον Αγιο Νεκτάριο αλλά τι να κάνει κι ο Αγιος είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά με μας και μια φορά που πήγαμε μας έκλεισε το μάτι και μας είπε στ' αυτί βρε κάντε ότι θέλετε κι αφήστε τους αυτούς και μετά πολύ τον αγαπήσαμε αυτόν τον άγιο και λέγαμε αυτός είναι άγιος όχι σαν τους άλλους όλο μούσια και μαλλιά και κουβέντα δεν μας λέγανε άμα πηγαίναμε να τους δούμε στις δικές τους εκκλησίες.
Εκείνη τη χρονιά πριν έρθει πάλι του Σωτήρος κατεβήκαμε στον Πειραιά φορτωμένοι με βαλίτσες και ποδήλατα, πήραμε τον Πορτοκαλί Ηλιο που δεν ήτανε ήλιος αλλά καράβι και πήγαμε τσουπ στην Αίγινα οικογενειακώς στο σπίτι του θείου Σωτήρη μαζί με όλα μας τα παιχνίδια και η γιαγιά μου η Κασσιανή έλεγε τι τα θέλετε βρε όλα τούτα τα πράματα αλλά εμείς τα θέλαμε και μας κοιτάγανε οι άλλοι επιβάτες και η γιαγιά μου η Κασσιανή μας αγριοκοίταγε και έκανε τσ τσ τσ.
Ο αδελφός μου κι εγώ δεν ξέραμε ποιός ήτανε αυτός ο Σωτήρος αλλά μετά μας είπανε ότι το Χριστούλη τον λέγανε και "Σωτήρ" αλλά πάλι δεν καταλαβαίναμε ποιός ήταν τελικά ο Σωτήρος. Εμείς μόνο το θείο Σωτήρη ξέραμε που άμα γιόρταζε το καλοκαίρι κουβαλιόμαστε οικογενειακώς στην Αίγινα που παραθέριζε αυτός και είχε και μια λιμνούλα στο σπίτι του με χρυσόψαρα και πάπιες και βατράχια κι εκεί καθόμαστε μια βδομάδα και μας πηγαίνανε στον Αγιο Νεκτάριο για να γίνουμε καλά παιδιά αλλά δε γινόμαστε με τίποτα.
Πολύ μεγάλη ελπίδα είχανε φαίνεται οι δικοί μας στον Αγιο Νεκτάριο αλλά τι να κάνει κι ο Αγιος είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά με μας και μια φορά που πήγαμε μας έκλεισε το μάτι και μας είπε στ' αυτί βρε κάντε ότι θέλετε κι αφήστε τους αυτούς και μετά πολύ τον αγαπήσαμε αυτόν τον άγιο και λέγαμε αυτός είναι άγιος όχι σαν τους άλλους όλο μούσια και μαλλιά και κουβέντα δεν μας λέγανε άμα πηγαίναμε να τους δούμε στις δικές τους εκκλησίες.
Εκείνη τη χρονιά πριν έρθει πάλι του Σωτήρος κατεβήκαμε στον Πειραιά φορτωμένοι με βαλίτσες και ποδήλατα, πήραμε τον Πορτοκαλί Ηλιο που δεν ήτανε ήλιος αλλά καράβι και πήγαμε τσουπ στην Αίγινα οικογενειακώς στο σπίτι του θείου Σωτήρη μαζί με όλα μας τα παιχνίδια και η γιαγιά μου η Κασσιανή έλεγε τι τα θέλετε βρε όλα τούτα τα πράματα αλλά εμείς τα θέλαμε και μας κοιτάγανε οι άλλοι επιβάτες και η γιαγιά μου η Κασσιανή μας αγριοκοίταγε και έκανε τσ τσ τσ.
Εκείνη την ημέρα που ήτανε να έρθει πάλι ο Σωτήρος λοιπόν είχαμε αρχίσει τη γκρίνια από το ξημέρωμα γιατί μας σηκώσανε να πάμε στην εκκλησία νωρίς νωρίς να βρούμε καμμιά θέση επειδή θα είχε λέει πολύ κόσμο γιατί δεν θα κάναμε μπάνιο στη θάλασσα και γιατί είχαμε μάθει ξυπόλυτοι μας στενεύανε τα πέδιλα που μας φοράγανε για την εκκλησία δηλαδή μας φταίγανε όλα και είχαμε βγάλει την κακιά αφρίτα που έλεγε η μαμά μου.
Στο τέλος μέσα στην εκκλησία που είχε πάρα πολύ κόσμο όπως στο γάμο της εξαδέλφης Ελενίτσας βρήκαμε το σβέρκο της μπροστινής μας γριάς πολύ ωραίο και πετάγαμε εκεί κάτι στραγάλια που είχαμε στις τσέπες μας αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή μας αγριοκοίταξε και μας κόπηκε η όρεξη και μετά κλωτσιόμαστε μεταξύ μας να περάσει η ώρα και ύστερα νυστάξαμε με το λιβάνι και κοιμηθήκαμε στις καρέκλες που είχε βρει με πολύ κόπο η γιαγιά μου η Κασσιανή και μουρμούραγε ότι υποχρεώθηκε μέχρι το λαιμό στη νεωκόρισσα.
Οταν γυρίσαμε στο σπίτι κουτουλάγαμε σα βλαμμένα από τη βαρεμάρα και κάτσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι να φάμε κάτι ψάρια που ήτανε μπακαλιάροι με βλήτα σκορδαλιά που δεν μας άρεσε καθόλου αυτό το φαί αλλά έτσι ήτανε το έθιμο λέει να βρωμάνε σκόρδα και να τσουγκρίζουνε οι μεγάλοι τα ποτήρια στην υγειά του θείου Σωτήρη κι αυτός καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι και του λέγανε οι μεγάλοι χιλιόχρονος, χιλιόχρονος κι έλεγε αυτός ευχαριστώμ ευχαριστώμ γιατί ο θείος Σωτήρης μίλαγε με τη μύτη δηλαδή με το στόμα του μίλαγε ο άνθρωπος αλλά έτσι λέγανε οι μεγάλοι κι μεις τον κοιτάγαμε συνέχεια να δούμε πότε θα μιλήσει η μύτη του.
Ο αδελφός μου κι εγώ κάναμε ότι τρώγαμε αλλά λιώναμε συνέχεια με το πηρούνι το ψάρι που το λέγαμε μπλιαξ και ήτανε μια σιχαμάρα όπως όλα τα φρεσκότατα ψάρια που μας ταϊζανε μέχρι που συγχίστηκε η γιαγιά μου η Κασσιανή και μας είπε θα το φάτε όλο γιατί θα σας το κάνω μπλάστρι και μας πήρε τον ένα δεξιά και τον άλλο αριστερά της και μας έκανε κεφαλοκλείδωμα που έλεγε ο αδελφός μου για να μας ταϊζει με το ζόρι το ψάρι. Το είχε αυτό το χούι η γιαγιά μου η Κασσιανή και άμα μέναμε νηστικοί φοβότανε ότι θα πάθουμε κάτι κακό κι έλεγε θα πεθάνω με σας παλιόπαιδα που δεν τρώτε τέτοιο φρεσκότατο ψάρι αλλά ποτέ δεν πέθανε κι εμείς βάζαμε στοίχημα να τώρα θα πεθάνει τώρα θα πεθάνει αλλά η θεία Μαρίκα έλεγε ότι η γιαγιά μου η Κασσιανή είναι κορακοζώητη και δεν πεθαίνει. Αυτή είχε το χούι αυτό κι εμείς είχαμε το χούι να λέμε όλα τα ψάρια μπλιαξ. Η μαμά μου και 0 μπαμπάς μου σεβόντουσαν πολύ αυτό το μπλιαξ αλλά το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή δεν είχε κανένα σεβασμό στο μπλιαξ μας κι εννοούσε να το τρώμε όλο το ψάρι ειδικά του Σωτήρος και λέγαμε ότι μάλλον θα παρεξηγιότανε ο Σωτήρος άμα δεν τρώγαμε το ψάρι του.
Εκείνη τη φορά όμως επειδή οι μεγάλοι φάγανε πάρα πολύ ψάρι νιανιά με βλήτα μετά ξαπλώσανε σε κάτι πολυθρόνες κάτω από τη μουριά στην αυλή και ροχαλίζανε όλοι μαζί κι έτσι ο αδελφός μου κι εγώ περάσαμε πάρα πολύ ωραία επειδή κάναμε ότι μας ερχότανε στο κεφάλι και πολύ χαρήκαμε. Είχαμε σκεφτεί ότι άμα βάζαμε ένα μανταλάκι στη μύτη του θείου Σωτήρη μετά αυτός δεν θα μπορούσε να μιλήσει κι έτσι κάναμε δηλαδή ανέβηκα εγώ σ' ένα σκαμνί γιατί ο αδελφός μου ήτανε χέστης και έπιασα με το μανταλάκι τη μύτη του θείου Σωτήρη πολύ μαλακά να μην καταλάβει αυτός τίποτα και μετά μπουρδουκλώθηκα κι έπεσα απ' το σκαμνί αλλά δεν έκανα αχ για να μη με ακούσουνε και τρέξαμε με τον αδελφό μου να κρυφτούμε πίσω από κάτι τεράστιες γλάστρες που είχανε εκειπέρα. Φαίνεται όμως ότι με τη σκορδαλιά που είχανε φάει όλοι οι μεγάλοι τους είχε έρθει μεγάλος ύπνος και δεν ξυπνάγανε με τίποτα κι ο θείος Σωτήρης με το μανταλάκι στη μύτη ήτανε τόσο αστείος που μας έπιασε νευρικό γέλιο με τον αδελφό μου και κοντέψαμε να κατουρηθούμε πάνω μας αλλά ευτυχώς δεν κατουρηθήκαμε.
Κι επειδή το ψάρι που μας είχε ταϊσει με το ζόρι η γιαγιά μου η Κασσιανή δεν το καταπίναμε αλλά το στουμπώναμε στο στόμα μας το φτύσαμε με την ησυχία μας στις γλάστρες και μετά πήραμε το λάστιχο του ποτίσματος και πλέναμε τις γλάστρες και τα μούτρα μας και γίναμε λούτσα κι εμείς και οι γλάστρες κι αφού δεν θα κάναμε μπάνιο στη θάλασσα βάλαμε τα βατραχοπέδιλα και ορμήσαμε στη λιμνούλα του θείου Σωτήρη να κολυμπήσουμε με τις πάπιες και τα χρυσόψαρα και τα βατράχια. Μάλλον όμως οι πάπιες και τα βατράχια δεν μας χωνεύανε καθόλου γιατί αρχίσανε τα πα πα πα και τα κοάξ κοάξ και δεν ήτανε καθόλου φρόνιμα παιδιά μόνο τα χρυσόψαρα ήτανε φρόνιμα και δεν μιλάγανε καθόλου ούτε με το στόμα ούτε με τη μύτη.
Πολύ ωραία κολυμπάγαμε μέσα στη λιμνούλα του θείου Σωτήρη και είχαμε διώξει όλες τις πάπιες μακρυά και τα βατράχια και με τα βατραχοπέδιλα είχαμε πατήσει μερικά χρυσόψαρα και μάλλον είχανε ψοφήσει αυτά τα καϋμένα αλλά εμείς περνάγαμε τέλεια και το νερό είχε γίνει πηχτοκαφέ. Μετά ο αδελφός μου είχε γίνει καφέ κι αυτός έλεγε ότι εγώ είχα γίνει καφέ τέλος πάντων είχαμε γίνει και οι δύο καφέ και μετά γελάγαμε γιατί είχαμε γίνει σαν τα γουρουνάκια της θείας μας της Ανθούλας στο χωριό που κυλιόντουσαν σε μια λιμνούλα με πολύ ωραία λάσπη. Μόνο είχαμε ένα πρόβλημα με αυτή τη λιμνούλα του θείου Σωτήρη διότι γλυστράγαμε συνέχεια και όλο πέφταμε μέσα και δεν μπορούσαμε καθόλου να βγούμε έξω και μετά βάλαμε τα κλάμματα κι εγώ έλεγα του αδελφού μου κλαίγε πιο δυνατά βρε βλαμμένο να ξυπνήσουνε να ρθούνε να μας βγάλουνε από δω γιατί αυτοί μπορεί να κοιμούνται μέχρι αύριο.
Κι επειδή κλαίγαμε πάρα πολύ δυνατά ξύπνησε ο μπαμπάς μου και μετά όλοι οι άλλοι και αρχίσανε να τρέχουνε και να φωνάζουνε τα παιδιά τα παιδιά και η γιαγιά μου η Κασσιανή έλεγε Σωτήρα μου τι πάθαμε σήμερα στη γιορτή σου με τα τρελλόπαιδα κι ο θείος Σωτήρης φώναζε τα παιδιάμ τα παιδιάμ και έφερε μια σανίδα από την αποθήκη και την έβαλε μέσα στη γουρνολιμνούλα να πιαστούμε αλλά ο μπαμπάς μου μας έπιασε από τα ρούχα και μας τράβηξε έξω και είδανε όλοι που είχαμε γίνει τελείως καφέ και κάνανε ααααα και ωωωωω και η γιαγιά μου η Κασσιανή έκανε Βαγγελίστρα μου μητέρα του Χριστού μας τι παιδιά είναι τούτα και μετά έπεσε κάτω ξερή και τρέχανε όλοι μητέρα μητέρα και Κασσιανή μου Κασσιανή μου και κανένας δεν μας έδινε σημασία εμάς που είμαστε καφέ γουρουνί και βρωμούσαμε κιόλας και ξαναβάλαμε τα κλάμματα τελείως και είμαστε πολύ δυστυχισμένοι και στριγκλίζαμε ότι αυτός ο Σωτήρος φταίει για όλα που δεν κάναμε εμείς μπάνιο στη θάλασσα και πέσαμε σαν τα γουρούνια στη λάσπη και μετά ξεφωνίζαμε ότι εμείς το ψάρι μπλιαξ δεν το φάγαμε καθόλου και το φτύσαμε όλο στις γλάστρες κι άμα μας ξαναταϊσουνε ψάρι μπλιαξ εμείς θα φύγουμε απ' το σπίτι και δεν θα γυρίσουμε πίσω ποτέ κι άμα ξαναέρθει αυτός ο Σωτήρος εμείς θα βάλουμε δύο μανταλάκια στη μύτη του θείου Σωτήρη και θα ρίξουμε στη λιμνούλα με τις πάπιες και τις λάσπες τη γιαγιά μου την Κασσιανή να γίνει σαν γουρούνι αυτή να μάθει !!!
Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή επανάσταση που κάναμε στη ζωή μας και προξένησε μεγάλο φόβο και τρόμο με τέτοιες φοβερές απειλές που είχαμε εκτοξεύσει.
Ασε που ποτέ δεν μας ταϊσανε ξανά ψάρι με το ζόρι μέχρι που μάθαμε να το τρώμε μόνοι μας........
Αντε... και Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και τις εορτάζουσες !!!


















