Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Ημαρτον Κύριε μ' αυτές τις Γεύσεις της Εύβοιας !


Αφιερωμένο στους φίλους από τις Γεύσεις της Εύβοιας

Καλά, δουλειά δεν έχουνε να κάνουνε εκεί κάτω η εγγονή μου η Σόφη και κάτι άλλοι κύριοι και κυρίες από την Εύβοια κι έχουνε φτιάξει έμαθα μια ομάδα που τη λένε Γεύσεις της Εύβοιας και όλη μέρα μαγειρεύουνε;
Μα όλη μέρα; Πότε κοιμούνται, πότε αναπαύονται οι χριστιανοί; Επιπροσθέτως τι τα κάνουν τόσα φαγητά τα τρώνε;
Γιατί εγώ έμαθα εξ εγκύρου πηγής, μιας κουτσομπόλας που είν' εδώ, ότι η δικιά μας τον ταϊζει μέρα νύχτα γρανίτα φράουλα τον άνδρα της κι έπαθε ψύξη ο άνθρωπος στα καλά καθούμενα.


Ασε που έμαθα εξ άλλης εγκύρου πηγής ότι είναι και κάτι πειραχτήρια εκεί μέσα και δεν αφήνουν άνθρωπο σε ησυχία και γελάνε οι άλλοι στην Εύβοια με αυτά που γράφουν και γίνεται συνωστισμός στη γέφυρα της Χαλκίδας και στα πορθμεία Ερετρίας και Στύρων να δούνε τη Σόφη με την Αριστέα την κουμπάρα μας, καλή γυναίκα αυτή και μυαλωμένη ήτανε αλλά με το δικό μας τέρας έχει πάρει το στραβό δρόμο κρίμα - κρίμα, και έναν κύριο Σταμάτη που σταματημό δεν έχουνε τα πειράγματά του στη δικιά μας που απορώ πώς κρατιέται και δεν τον έχει δείρει ακόμα όπως έδερνε τη συμμαθήτριά της τη Μαργαρίτα που της έτρωγε το σάντουιτς, εκτός αν τον έδειρε και δεν το μάθαμε, αφού όλη μέρα λέει αυτός "μμμμ η Μούτσου έκανε αυτό, μμμμμ η Μούτσου έκανε εκείνο" και γελάει ο σύμπας κόσμος κι όλο για το Ψυχικό της λέει και τον Ζυλ και τον Εμίλ στο Βασιλόπουλο που είναι εξαιρετικοί κύριοι και δεν ξέρω τι έχει αυτός εναντίον τους και τον κολλήγα στο χωριό της λέει και τέτοια και πειράζει και την Αριστέα και κάνει αυτός δήθεν τον χωρικό και τη δικιά μας την λέει πρωτευουσάνα και άλλα περίεργα μέχρι και τον νερουλά παρίστανε μια μέρα με τον άλλο τον κύριο που είναι συγγενής του απ' την Κάρυστο Πέτρος ή Δεληπέτρος δεν θυμάμαι καλά, αλλά καλός κύριος κι αυτός πρέπει να είναι.


Εχουνε εκεί μέσα κι έναν κύριο Γιώργο πολύ καλό κύριο κι ευτυχώς δηλαδή που είναι κι αυτός αλλιώς θα είχανε πιαστεί μαλλιά με μαλλιά η δικιά μας με τον κύριο Σταμάτη,  νομίζω έχουνε κι έναν άλλο κύριο Πέτρο ή Δεληπέτρο όπως σας είπα στην παρέα τους καλός κι ελόγου του κόμμα με τον κύριο Σταμάτη έχουνε γίνει και λέγονται συγγενείς αλλά δεν είναι στα σίγουρα. Κόβει ο ένας ράβει ο άλλος, να κι η Αριστέα από κοντά πότε με το πηγάδι, πότε με κάτι κάρα φορτωμένα δεν κατάλαβα καλά τι κάνουνε, κι η δικιά μας τους λέει "τέρατα" και τέτοια και τους δείχνουνε λέει όλοι με το δάχτυλο στη Χαλκίδα και στα άλλα μέρη και λένε "να αυτοί είναι, αυτοί είναι" κι αυτοί πια δώστου καμάρι και μαγείρεμα και γέλια, μέχρι και φορτηγάκι με μπανάνες μια μέρα κουβάλησε η Αριστέα. Δηλαδή να τραβάς τα μαλλιά σου και να μη σου μένει τρίχα από το τράβηγμα αφού η μουρλαμάρα τους δεν έχει όρια, σοβαροί κι ασόβαροι όλοι ένα έχουνε γίνει εκεί μέσα, αχταρμάς.
.

Βρε παιδί μου όμως μαγειρεύουνε τρέλλα εκεί μέσα αφού λέω πια πώς και δεν τους έχει κολλήσει ακόμα ν' ανοίξουνε κανένα μαγέρικο όλοι μαζί κι  άμα δεν έρχονται πελάτες να τα τρώνε μοναχοί τους και να σπάνε κέφι με βιολιά και ντέφια να τους κοιτάει ο κόσμος απέξω.
Αυτό το κορίτσι το δικό μας από πού το κόλλησε αυτό το χούι με τη μαγειρική δεν μπορώ να καταλάβω. Οσο ήταν μικρό ούτε ν' ακούσει για μαγειρική και νοικοκυριό, τόχαμε κι εμείς μοσχαναθρεμμένο δηλαδή μη βρέξει το νυχάκι του αλλά τώρα να μαθαίνω ότι τόχει ρίξει στη μαγειρική μέρα νύχτα κι έχει κάνει και ομάδα τι να πω; Από πουθενά δεν το βρίσκεις αυτό το παιδί, έτσι ήτανε από πάντα του κι εμείς τι να κάναμε δεν του πηγαίναμε κόντρα διότι κράταγε την αναπνοή του και μας κοίταγε μέσ' στα μάτια σαν να μας έλεγε "μη μιλάτε θα σκάσω", οπότε κι εμείς μουγκαινόμασταν τι να κάναμε; Ποιός να κοτήσει να της δώσει ένα χέρι ξύλο που την είχαμε στον αφρό των κυμμάτων που λένε κι όλη η οικογένεια τρέχαμε από πίσω της;


Τώρα βέβαια που ήρθε εδώ πάνω και η Δώρα μας προσφάτως, η αδελφή της νύφης μου, μας έφερε τα νέα περί της ομάδας μαγειρικής αυτής της πώς τη λένε Γεύσεις της Εύβοιας και έκτοτε αναφωνώ τρις της ημέρας "Ημαρτον Κύριε δεν έχει αφήσει τρέλλα αυτό το παιδί" και γελάει ο Αγιος Πέτρος που μ' ακούει και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ μαζί γελάνε κι αυτά και μου λένε "υπομονή αδελφή Κασσιανή". Μεγάλη η χάρη του Αγίου δηλαδή που είχαμε και τη γιορτή του προσφάτως και πολύ γλεντήσαμε εδώ πάνω.
Γλεντήσαμε βεβαίως καθώς πρέπει, όλο ροσόλια και σουμάδες και φιλέτα στον αχνό γιατί κάρβουνα και φωτιές δεν επιτρέπονται εδώ σ' εμάς μόνο στους άλλους αποκεί, ξέρετε τώρα. Ούτε νταούλια και καρσιλαμάδες και τσιφτετέλια και Ρίτα Σακελαρίου "αν κάνω άτακτη ζωή" και τέτοια, Θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, επιτρέπονται εδώ, μόνο απαλή μουσική από άρπα και φλάουτα. Αχ και τι ωραία είναι όταν βγαίνουν όλα τα φλάουτα μαζί, μουσική πανδαισία. Τότε όλοι βγαίνουμε για περίπατο και σουμάδα με το Δημητράκη μου και βγαίνουν συγγενείς και φίλοι και λέμε τα δικά μας και περνάμε θαύμα.Τέλος πάντων δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.


Μου έλεγε λοιπόν η Δωρούλα μας που ήρθε ότι αυτή η εγγονή μου, που κακό μάτι μην την πιάσει το πουλάκι μου αλλά, θέλει ένα χέρι ξύλο που δεν της το δώσαμε ποτέ, ότι είναι όλο καλές κοπέλλες και καλοί κύριοι εκεί στις Γεύσεις της Εύβοιας που μαγειρεύουνε μέρα νύχτα. Ρώτησα κι έμαθα για όλους τους. Ενας κι ένας, καλοί και χρυσοί άνθρωποι και καλή τους ώρα, την ευχή μου νάχουνε !!!.
Η κυρία Μαρία από τους Ραπταίους, χρυσοχέρα και νοικοκυρά άφθαστη και χορευταρού μεγάλη που στασιό δεν έχει, μέρα νύχτα στα νύχια στέκεται για χορό, μάνα με τρεις κόρες κούκλες της παντρειάς. Η κυρία Γιώτα Κώστας που πρώτη φορά ακούω γυναίκα να την λένε Κώστα, μάνα κι αυτή με δυο όμορφα κοριτσάκια που όλη μέρα κάνει πορτοκαλόπιτες και πάστες φλώρες και έμαθα εξ εγκύρου πηγής ότι όλη η γειτονιά της στα Στύρα έχει πάθει ζάχαρο από τις ευωδιές και τα αρώματα απ' τις πορτοκαλόπιτες και κάνουνε ουρά απ' έξω οι άνθρωποι όταν ψήνει η Γιώτα Κώστας τις πορτοκαλόπιτες. Τώρα έβαλε και την κουμπάρα της μέσα η κυρία Γιώτα Κώστας την κυρία Μαριάννα την ευβοιώτισσα, άλλη καλή κοπέλλα κι αυτή κι έχουνε γίνει αχτύπητες.

Μετά απ' αυτά που έμαθα ζήτησα κι εγώ και πήγα στο πλέι ρούμ εδώ και μου δείξανε το ιντερνέτ και τα είδα με τα μάτια μου τα χαχανητά τους και τα μαγειρέματά τους όλα. Πολύ ωραία τα μαγειρέματα αλλά και τ' αστεία τους ξεκαρδιστικά κι ομολογώ ότι ζήλεψα κι έλεγα αχ να μην είμαι κι εγώ εκεί να τους φτιάξω ένα ρόστο με χοντρό μακαρόνι, ένα μουσακά, ένα ψητό κατσαρόλας με ψιλή τηγανητή πατατούλα, ένα αρνάκι φρικασέ, μια εντράδα, ένα γλυκό νεραντζάκι και σταφυλάκι και συκαλάκι, να γλύφουνε τα δάχτυλά τους τα χρυσούλια μου !!!
Αχ πόσο τ' αγάπησα όλα αυτά τα παιδάκια εκεί μέσα στις Γεύσεις...
Καλέ τι ωραία λόγια λένε μεταξύ τους, κάθε πρωί λένε καλημέρες και καλημερούδια, μέλι στάζει το στοματάκι τους. Και το βράδυ λένε γλυκειές καληνύχτες κι όλη μέρα βάζουνε γλυκά και τούρτες και φαγητά διάφορα να σου τρέχουνε τα σάλια.
Κι αργά το βράδυ πια εκείνος ο κύριος Σταμάτης, τι Σταμάτης είν' αυτός καλέ όλο την πειράζει τη δικιά μας και σε χλωρό κλαρί δεν την αφήνει, βάζει ωραία τραγουδάκια το βράδυ και γλεντάνε τα καϋμένα το καθένα σπίτι του αλλά όλοι μαζί και πολύ ωραίο αυτό το φεισμπούκ να κάθεσαι σπίτι σου και να γλεντάς με τους φίλους σου που είναι κι αυτοί σπίτι τους. Πού στον καιρό μας τέτοια πράγματα μεγαλεία!
Είδα εκεί και τις ωραίες πληροφορίες που βάζει εκείνος ο κύριος Γιώργος, αυτός είναι πολύ καλός κύριος και σοβαρός, δεν χαριεντίζεται άντε άντε, ούτε τσιφτετέλια βάζει, μόνο σοβαρά φαγητά παραδοσιακά και ιστορικά θέματα και τέτοια χρησιμότατα πράγματα. Αλλά απορώ πώς αυτός σοβαρός άνθρωπος κάνει παρέα μ' αυτά τα παιδιά που κάνουνε σαν σχολιαρούδια ώρες ώρες και χαχανίζουνε αλλά φαίνεται θα τα θέλει κι αυτουνού η κούτρα του, αλλιώς δεν εξηγείται. Ακούς εκεί να κουβαλάνε λέει, η Αριστέα, τους εργάτες στο χωριό στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου για να είναι σικ;


Από κοντά και η κυρία Τόνια, πολύ κεφάτη κυρία με τα αστεία της, τις παροιμίες της, τα λαογραφικά της, κρητικιά αυτή παντρεμένη με καρυστινό λέει, μελισσοκόμος και πολύ καλή μαγείρισσα μέχρι στο Μαμαλάκη έχει φτάσει η χάρη της έμαθα κι έφτιαξε κόκορα με κουρκουμπίνες και πάρτον κάτω τον χοντρό τον Μαμαλάκη απ' τη νοστιμιά !
Γυρίζω το κουμπί στο ιντερνέτ να δω κι άλλους από τις Γεύσεις και τι βλέπω; Τόσος κόσμος βρε παιδί μου εκεί μέσα για ποιον να πρωτοπεις; Ολοι χρυσοί άνθρωποι !
Η κυρία Σοφία από την Κάρυστο, πολύ χαριτωμένη γυναίκα αυτή και καθηγήτρια καλή έμαθα, έχει κι ένα πώς το λένε ιστολόγιο κι όλο γράφει σαν τη δικιά μας αλλά αυτή τα γράφει γλυκά και κομψά όχι σαν τη δικιά μας που άμα θυμώσει βροντάει κι αστράφτει. Και της λέει η κυρία Σοφία της δικιάς μας να προσέχει να μη θυμώνει αλλά πού ακούει η δικιά μας η Μπουμπουλίνα όπως την έλεγε ο παππούς της.


Να και η κυρία Σοφία - Εφη καλή κοπέλλα με μια σπουδαία ταβέρνα δική της και πρώτη μαγείρισσα και χρυσοχέρα γνωστή με τα εργόχειρά της τα όμορφα, η κυρία Πίτσα, χωριάτικη λέει έγινε αυτή η χρυσή κοπέλλα από τότε που πήγε στην Εύβοια, άλλαξε το όνομά της κι ασχολείται κι αυτή όλο με μαγειρέματα και λαογραφίες και βοηθάει πολύ στην ομάδα έμαθα, η κυρία Φρήντα που μένει στον Αλμυροπόταμο κι αυτή καλονοικοκυρά άφθαστη, η κυρία Σοφία απ΄το Αλιβέρι αλλά μένει στη Λακωνία εξαιρετική κι αυτή με κρασιά δικά της και μόνο που είδα στη φωτογραφία τις δίπλες που έφτιαξε κατάλαβα ότι είναι απ΄τις λίγες μαγείρισσες, η κυρία Σταυρούλα με τις ωραίες φωτογραφίες της και τα νοικοκυριά της τα ωραία, η κυρία Παμφίλη χαριτωμένη κοπέλλα κι αυτή, η κυρία Ζωή ευβοιώτισσα που είναι στην Κύπρο μαγείρισσα πρώτη κι αυτή σαν τις άλλες. Από κοντά κι η κυρία Ευαγγελία γλυκειά κι αυτή σαν τ' όνομά της, η κυρία Ελευθερία με κάτι συνταγές τρέλλα, η κυρία Βασιλική εξπέρ και σεφ μεγάλη όπως είδα!

Τι να πω πια για την κυρία Σοφία απ΄τη Χαλκίδα, δηλαδή απ' τους Ραπταίους είναι η ίδια, νοικοκυρά απ' τις καλές τις δικές μας, όλο γέλια και χαρές κι αυτή κι αγαπάει και τα ζωάκια σαν τη δικιά μας τη μικρή. Ασε εκείνη την κυρία Σόφη την καπετάνισσα, τι γλυκά λόγια λέει αυτή η γυναίκα σε καταϋποχρεώνει. Αμ η κυρία Μάρω με τον Αντωνάκη της, τι γλυκός άνθρωπος! Η κυρία Υβόννη με τον άνδρα της τον κύριο Αντώνη που είναι σεφ, σπουδαίοι άνθρωποι χαρά Θεού, κι ο κύριος Βαγγέλης με το υπέροχο Στέκι του όλο νοστιμιές και φιλοσοφικές κουβέντες, και η κυρία Νούλα καλό κορίτσι κι αυτή Σαλονικιά με τα ούλα της και η κυρία Κατερίνα απ' την Τήνο κολλητή με τη δικιά μας κι αυτή....
Κι ο κύριος Ομηρος εξαρετικός κύριος από την τηλεόραση της Χαλκίδας, και η κυρία Εφη δημοσιογράφος κι αυτή πολύ καλή στο ραδιόφωνο που έβγαλε κι εφημερίδα τώρα σπουδαία, κι ο κύριος Γιάννης απ' την Ιστιαία δημοσιογράφος κι αυτός δυνατός με την κυρία Γιώτα τη γλυκύτατη, και η κυρία Μαρία η κτηνίατρος απ' την Κάρυστο αμαζόνα φοβερή κι ο κύριος Βαγγέλης θρύλος λέει αλλά δεν ξέρω σε ποιον θρύλο αναφέρεται μάλλον όμως είναι Ολυμπιακός αυτός ο κύριος, κι η κυρία Αναστασία απ΄τη Χαλκίδα γνωστή και καλλιτέχνης σπουδαία, κι άλλοι κι άλλοι απ' την Αμερική και τη Γερμανία και άλλα μέρη....
Τι να πω και ποιος να πρωτοπάρει σειρά πούναι τόσοι άνθρωποι εκεί μέσα όλοι διαλεχτοί ένας κι ένας. Δεν τους θυμάμαι όλους και να με συγχωρέσουνε γριά γυναίκα κι εδώ πάνω δεν έχουμε ιντερνέτ όποτε θέλουμε αλλά κι αυτό με μέτρο βλέπεις...αλλιώς θα τόπαιρνα και στο κρεββάτι μου να γράφω κι εγώ στην ομάδα μέρα νύχτα και να τους ρίχνω κατραπακιές όπου χρειάζεται και χαιρετούρες και καλημέρες και καληνύχτες γλυκειές και ζαχαρένιες με καρδούλες και συννεφάκια και μωράκια και τραπεζάκια όμορφα στρωμένα που τόσο τ' αγαπώ. Είναι πολλοί εκεί μέσα από όλη την Εύβοια, μέχρι και δήμαρχοι και αντιδήμαρχοι και βουλευτές αλλά μερικοί δεν μιλάνε και πολύ και δεν τους έχω καταλάβει καλά ακόμα τι τύποι είναι, αλλά για να κάθονται εκεί θα τους αρέσουν τα όμορφα και τα χαριτωμένα φαίνεται.


Μια μικρή κοπελίτσα Μποζωνίτσα νομίζω τη λένε αυτή πρέπει νάναι απ΄τις Ουρσουλίνες έμαθα, εξαιρετικό παιδί, την είχε πάρει η δικιά μας στο χωριό κι όλο δουλειές την έβαζε την κοπέλλα να κάνει μέχρι που της έσκαψε και το περιβόλι, ήμαρτον Κύριε με το τρελλόπαιδο μας, πότε είχε κάνει αυτή περιβόλι, που θα σηκωθούνε τα κεραμίδια απ' τη στέγη δηλαδή!
Κι άλλη πολύ καλή κυρία η κυρία Βίκυ, σοβαρή καθηγήτρια κι αυτή την είχε η δικιά μας στις Ουρσουλίνες κι όλο άριστα έπαιρνε ας είναι καλά η γυναίκα πολύ καλά της τα έμαθε τα γαλλικά φαρσί κι ευτυχώς αυτήν δεν την είχε πάρει μαζί στο χωριό η δικιά μας να σκάψει το περιβόλι και γλύτωσε η γυναίκα.
Πω πω εκείνητ την άλλη φορά που λέγανε πώς είχανε φορτώσει τα αρνιά του κολλήγα στο μουλάρι να τα πάνε στο Ψυχικό τι άγχος μ' έπιασε άγχος αν φτάσανε τ' αρνιά και πώς χωρέσανε στο ψυγείο κι αυτοί εκεί μέσα κοροϊδεύανε ότι θα τα φυλακίσουνε στα ψυγεία του Βασιλόπουλου, ήμαρτον Κύριε!


Και καλά της λέει ο κύριος Σταμάτης της δικιάς μας ώρες ώρες, να συχωρεθούνε τα πεθαμένα του του ανθρώπου, "μαρή εσύ που ξέρεις από περιβόλια;" αλλά που τον ακούει τον άνθρωπο το τέρας το δικό μας;
Εδώ που τα λέμε ευτυχώς πούχει κι αυτός αυτή τη χρυσή γυναίκα την κυρία Αντζελα δίπλα του αλλιώς θα βλέπαμε κι αυτουνού τα χαϊρια του, τα ίδια μυαλά με τη δικιά μας έχουνε τάλε κουάλε.
Δηλαδή τόχω πει σε όλους και έχουνε πέσει τ' ανάσκελα οι άνθρωποι εδώ πάνω ότι κάνει η δικιά μας περιβόλια στο χωριό και γελάει κάθε πικραμένος, μέχρι και ο θείος Ευλάμπιος,  θείος του Δημητράκη μου, που πέθανε τον προηγούμενο αιώνα στους Βαλκανικούς πολέμους κι έχει μεγάλη θέση εδώ πάνω έπεσε λιπόθυμος από τα γέλια. Ασε που ξεσάλωσε και η Αριστέα και θα βγάλουνε λέει κάρο οι δυό τους στο δρόμο και θα πουλάνε ντομάτες και αγγούρια Ημαρτον Κύριε, να τις πάρουνε με τις πέτρες ο κόσμος και δίκιο θάχουνε δηλαδή. Πού ακούστηκε που το δικό μας το παιδί έγινε και δήμαρχος δηλαδή και τώρα θα τραβολογάνε ένα κάρο με την Αριστέα μες το δρόμο να πουλάνε ντομάτες σαν τις γυφτοπούλες;


Εμαθα ότι τώρα έχουνε αρχίσει και βγαίνουνε λέει τώρα και γνωρίζονται κιόλας μεταξύ τους γιατί τόσο καιρό γελάγανε από το ιντερνέτ, τώρα βγαίνουνε και γελάνε κι από κοντά και θα κάνει λέει η δικιά μας και τραπέζι στο χωριό με το αρνί του κολλήγα που έχει αρχίσει να το κυνηγάει, μπρος τ' αρνί πίσω ο Κίτσος, κι άμα βρεθούνε όλοι μαζί ο Θεός να βάλει το χέρι του γιατί δεν θα μείνει τίποτα όρθιο στο δόλιο σπίτι....στις αυλές θα κυνηγιούνται σαν τους μουρλούς να γελάει ο κόσμος με δαύτους όλους.
Αχ, όταν βλέπω εκείνα το ομορφοστολισμένα τραπέζια που βάζουνε οι κυρίες στην ομάδα αυτή, τι νοσταλγία με πιάνει. Πώς τα στόλιζα κι εγώ τα τραπέζια μου πάντα και τι φλυτζανάκια και τι πιατάκια πια με τις φίλες μου για τέιον κομπλέ που είχαμε κάθε Πέμπτη, και τι λευκά κι ασπροκέντια με το μονόγραμμά μου στις προίκες μου....αχ από μένα τάχει πάρει αυτά το πουλάκι μου η Σόφη μου και τα στρώνει και τα βγάζει φωτογραφίες το χρυσούλι μου να τα βλέπουνε οι φίλοι της εκειπέρα στις Γεύσεις και να χαίρονται κι αυτοί. Και ψάχνουνε όλοι και βρίσκουνε κάθε μέρα όλο και πιο όμορφα κεντήματα και τραπέζια και γλυκά και φαγητά πεντανόστιμα κι έχουνε κάνει την ομάδα ΟΑΣΗ δροσερή και πανέμορφη να μπαίνεις μέσα και να μη θέλεις να φύγεις !!!


Αντε, αγαπημένοι μου φίλοι, που λένε και στις ΓΕΥΣΕΙΣ,  σας αφήνω τώρα γιατί άργησα πολύ για τον βραδυνό περίπατο και θα χάσω και τη σουμάδα με το Δημητράκη μου και ποιός τον ακούει μετά.
Πολλά γλυκά φιλάκια σε όλους σας, έτσι νομίζω λένε στην Ομάδα όταν μιλάνε μεταξύ τους εκτός αν μιλάει ο κύριος Σταμάτης στη δικιά μας, οπότε της λέει διάφορα "μαρή" και τέτοια πράγματα που καθόλου δεν τα είχε συνηθίσει η δικιά μας αλλά φαίνεται από τον κύριο Σταμάτη δεν την πειράζουνε, ας είναι καλά ο άνθρωπος.

Αντε λοιπόν σας γλυκοφιλώ όλους
Και καλό καλοκαίρι να έχετε !!!!

Η γιαγιά σας η Κασσιανή 

Από την παραλία με αγάπη

Καλημέρααααααααααααααα !!!



Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Είπαμε του Αγίου Πνεύματος το πρώτο μπάνιο, όχι νωρίτερα θα κρυώσετε

"Είπαμε, το πρώτο μπάνιο το κάνουμε του Αγίου Πνεύματος" μας έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μόλις πιάνανε οι ζέστες κι αρχίζαμε να καταβρεχόμαστε με τα ποτιστήρια στον κήπο και λυσσάγαμε  πότε θα κατέβουμε στη θάλασσα επιτέλους. 
Κι εμείς πια δεν είχαμε άλλο βιολί κάθε μέρα πότε θα έρθει το Αγιο Πνεύμα στο σπίτι μας να πάμε στη θάλασσα κι η γιαγιά μου η Κασσιανή απελπιζότανε που ήμαστε τόσο χαζοί και λέγαμε βλακείες αλλά τι να κάνει;


Να μας πνίξει στη μπανιέρα δε γινότανε γιατί πολύ μας αγαπούσε αλλά άμα δεν ξέραμε κάτι πράματα που ήξερε αυτή σαν αυτό το άγιο πνεύμα τα έβαζε με τη μάνα μου που δεν μας έδινε λέει χριστιανική ανατροφή αλλά μας έκανε όλα τα χατήρια και μας χάλαγε κι αυτή της απαντούσε "τι λέτε μητέρα μικρά παιδιά είναι πού να ξέρουν περί Αγίου Πνεύματος" και δώστου μας χαϊδολογούσε χωρίς να μας εξηγεί περί αυτού του πνεύματος που είχε αγιάσει και ήτανε κάτι σαν περιστέρι αλλά όχι ακριβώς απ' ότι είχα καταλάβει.
Και πάντα μετά από αυτές τις γκρίνιες η γιαγιά μου η Κασσιανή έδινε λεφτά στη μάνα μου να μας ψωνίσει τα μπανιερά μας και ότι άλλο χρειαζόμαστε για να είμαστε πολύ ωραίοι στη θάλασσα και μας έσφιγγε στην αγκαλιά της σα να ήθελε να μας σκάσει αλλά εμείς ποτέ δε σκάσαμε. 


Τέλος πάντων κάθε φορά αυτό το Αγιο Πνεύμα ερχόταν Δευτέρα και ο μπαμπάς μου δεν πήγαινε στη δουλειά ποτέ αυτή τη Δευτέρα. Τότε  όμως ερχότανε να μας πάρει οικογενειακώς ο θείος Μπάμπης με την Πόντιακ για να πάμε στη θάλασσα του Φαλήρου όλοι μαζί. Αυτή η Πόντιακ ήτανε μια τεράστια πράσινη αυτοκινητάρα που εμείς με τον αδελφό μου τη λέγαμε "Ποντικάρα" και πολύ γελάγαμε γιατί μάλλον είχε μεγαλώσει τόσο επειδή θα έτρωγε όλες τις γάτες και απελπιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή επειδή όλο βλακείες λέγαμε και μυαλό δε βάζαμε. Αλλά τότε είχαμε αρχίσει ένα άλλο συνήθειο με τον αδελφό μου να βγάζουμε ανάποδα παραμύθια όπου τα ποντίκια κυνηγούσανε τις γάτες, τα λιοντάρια ήτανε κουτσά, ο καλός λύκος και η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα, οι καλές αδελφές της κακιάς Σταχτοπούτας και άλλα τέτοια γιατί τα θέλαμε όλα ανάποδα επειδή κάναμε επανάσταση στα παραμύθια και είχαμε βάλει και σημαιάκι στο μπαλκόνι μας που είχαμε φτιάξει μόνοι μας σαν τους πειρατές. Επειδή τα κάναμε όλα ανάποδα εκείνο τον καιρό η γιαγιά μου η Κασσιανή περίμενε πως και πως να έρθει το Αγιο Πνεύμα να μας φωτίσει και είπε και του παπά - Ηλία που ήτανε φίλος της να έρθει να μας διαβάσει μια ευχή για το αναπόδιασμα.  
Αμα ερχότανε λοιπόν το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας το είχαμε σαν έθιμο που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή να πάμε για θαλασσινό μπάνιο όλοι μαζί οικογενειακώς στο Φάληρο, δηλαδή στο νέο όχι στο παλιό και εκειπέρα βλέπαμε παλιά και τον βασιλιά με τη βασίλισσα και τον διάδοχο που μετά που πέθανε ο μπαμπάς του έγινε αυτός βασιλιάς και πήγαιναν κι αυτοί για αναψυχή στη θάλασσα αλλά μετά τους διώξανε και δεν τους ξαναείδαμε και ο αδελφός μου στεναχωρήθηκε επειδή ο βασιλιάς τον είχε χαϊδέψει μια φορά αλλά εγώ δεν στεναχωρέθηκα καθόλου γιατί ο μπαμπάς μου έλεγε ότι η  βασίλισσα ήτανε η Φράου Φρίκη.
Οταν ερχότανε ο θείος Μπάμπης λοιπόν να μας πάρει για μπάνιο στο Φάληρο γινόντουσαν διάφορα πράγματα πολύ νευριαστικά μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Πρώτα πρώτα έπρεπε να πιούνε καφέ οι μεγάλοι με το θείο Μπάμπη στη βεράντα και να του δώσουνε να δοκιμάσει τα κουλουράκια της μαμάς μου κι εμείς λυσσάγαμε από το κακό μας πότε θα ξεκινήσουμε επιτέλους. Αλλά αυτοί το κάνανε επίτηδες και λέγανε ένα σωρό βλακείες για τον καιρό και τι νέα και τέτοια και πολύ μας νευριάζανε γιατί πηγαίνανε με το πάσο τους κι εμείς βιαζόμαστε. Ασε που μετά τον καφέ και τα κουλουράκια θέλανε και μισή ώρα να φορτώσουνε τα τζαντζαλομάντζαλα που έλεγε η μάνα μου, μαζί με εμάς τους μικρούς που είχαμε γίνει σύσκατοι από το πέρα δώθε, με τη Μαριέττα που την παίρναμε μαζί για να μας προσέχει και τα ποδήλατά μας.


Μετά έλεγε ο θείος Μπάμπης στη γιαγιά μου την Κασσιανή "περάστε μπροστά συμπεθέρα" και άμα το έλεγε αυτό  θρονιαζότανε στο μπροστινό κάθισμα της Ποντικάρας η γιαγιά μου η Κασσιανή σαν το Βούδα με μια απαίσια καπελαδούρα στο κεφάλι και η μάνα μου έκανε νόημα στον πατέρα μου ότι ήτανε σαν τη θεία απ' το Σικάγο και γελάγανε κρυφά κι εμείς νευριάζαμε γιατί δεν είχαμε καμμία θεία στο Σικάγο που λέγανε αυτοί.
Μετά μας στριμώχνανε εμάς τους μικρούς και τη Μαριέττα ανάμεσά τους στο πίσω κάθισμα και ξεκινάγαμε καμμιά φορά αφού πρώτα όλοι οι μεγάλοι κάνανε το σταυρό τους κι εμάς μας αγριοκοίταγε η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν τον κάναμε και τότε της λέγαμε "τι κοιτάς καλέ αφού δεν είμαστε στην εκκλησία να κάνουμε το σταυρό μας" κι αυτή γύρναγε μπροστά της και μουρμούραγε "Ημαρτον Κύριε με δαύτα μην κολαστώ και πάμε και ταξίδι".  
Είχανε μια μανία οι μεγάλοι να τραγουδάνε κάθε φορά που κατεβαίναμε στο Φάληρο κάτι σαχλά τραγούδια "άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα" και "δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες" και τέτοια και η μάνα μου έκανε πάντα πρώτη φωνή γιατί ήτανε υψίφωνος που δεν ήξερα τι θα πει αλλά έτσι λέγανε όλοι και θαυμάζανε και ο μπαμπάς μου καμάρωνε όπως άμα παίρναμε εμείς καλούς βαθμούς. Εμάς όμως εκεί που έλεγε τις μπλε βλεφαρίδες μας έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο που κατέβαινε τη λεωφόρο Συγγρού για να πάμε στο Φάληρο γιατί άμα η μαμά μου τραγούδαγε γινότανε κάτι μαγικό και κοιμόμαστε ξεροί και μάλλον γιαυτό τραγούδαγε για να κοιμόμαστε εμείς και να τους αφήνουμε ήσυχους. 
Εκειπέρα στο νέο Φάληρο πηγαίναμε γιατί έμενε η θεία Δώρα η αδελφή της μαμάς μου που είχε παντρευτεί το θείο Μπάμπη και αυτός ήτανε ο καλύτερος θείος που είχαμε γιατί μας έκανε όλα μας τα χατήρια και πιο πολύ τα δικά μου φυσικά γιατί εμένα αγαπούσε πιο πολύ και με φώναζε "μπέμπα" και με πέταγε πάρα πάρα πολύ ψηλά. Αμα το έβλεπε αυτό η γιαγιά μου η Κασσιανή φώναζε "μηηηηηηηηηηηη συμπέθερε το παιδί θα το κοψομεσιάσεις" και μετά έπεφτε σε μια πάνινη πολυθρόνα που της βάζανε στην αυλή και έπεφτε ακριβώς πάνω στην πολυθρόνα και όλο σκεφτόμουνα εγώ από μέσα μου "τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι, τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι" αλλά αυτή ποτέ δεν έσκασε σαν καρπούζι αλλά μόνο της δίνανε Καλμόλ να συνέλθει από το φόβο που την έπιανε άμα με πέταγε εμένα ψηλά ο θείος Μπάμπης.


Το σπίτι της θείας μου της Δώρας ήτανε πάρα πολύ ωραίο και στο κήπο είχε δύο πολύ μεγάλους φοίνικες και όλο λουλούδια και δέντρα που ήτανε σαν ζούγκλα και είχανε παπαγάλους και καρδερίνες και γάτες και σκύλο και χελώνες και εμείς λέγαμε ότι αυτό ήτανε το βασίλειο της Λολίτας γιατί έτσι φωνάζαμε τη θεία Δώρα που ήτανε πολύ όμορφη και ψηλή και ξανθιά όπως αυτές οι βασίλισσες στα παραμύθια. Εμείς πολύ την αγαπούσαμε τη Λολίτα μας και δεν μας πείραζε που δεν είχε παιδιά να παίζουμε αλλά έπαιζε αυτή μαζί μας πάντα και ήτανε τόσο ωραία που άμα θύμωνα εγώ με τη μαμά μου της έλεγα  "θα φύγω να πάω στη Λολίτα μου και θα δεις εσύ" και τότε τη μαμά μου την έπιανε τρόμος και μου έκανε όλα μου τα χατήρια και πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι.
Τέλος πάντων όλο στο Φάληρο πηγαίναμε όταν ερχότανε το άγιο πνεύμα και κάναμε μπάνιο στην Ταραντέλα γιατί εκεί πολύ της άρεσε της γιαγιάς μου της Κασσιανής και πήγαινε λέει εκειπέρα από τα νιάτα της στα μπαιν μιξ που δεν ήξερα τι είναι αλλά μάλλον ανακατευόντουσαν αρσενικοί και θηλυκοί άθρωποι και είχαμε δει εκατό χιλιάδες φορές τις φωτογραφίες με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και τον αδελφό της το δήμαρχο άμα ήτανε νέοι με κάτι περίεργα μπανιερά με ρίγες σαν σωβρακοφανέλες  και άλλη μια φωτογραφία που έλεγε "Ενθύμιον Φαλήρου Πολυτελές Ξενοδοχείον Ακταίον" όπου η γιαγιά μου την Κασσιανή με τον παππού μου που ήτανε νιόπαντροι κάνανε ηλιοθεραπεία με τις ριγέ σωβρακοφανέλλες σε κάτι σαιζ λογκ άσπρες στην αμμουδιά μπροστά στο ξενοδοχείο.

Το νέο Φάληρο στις δόξες του

Το Ακταίον στο νέο Φάληρο
Και μετά πηγαίναμε στις Τζιτζιφιές για μαριδάκια και χταποδάκια που τα τρώγανε μόνο οι μεγάλοι αλλά εμείς οι μικροί κάναμε μπλιαξ και δεν τα τρώγαμε καθόλου. Μόνο τα λυσσακά μας τρώγαμε  στο παιχνίδι και πίναμε πορτοκαλάδες ΕΨΑ όλη την ώρα και μας έπιανε κατούρημα αλλά τρέχαμε στη θάλασσα και δεν το καταλαβαίνανε οι μεγάλοι.


Μία φορά όμως που είχε έρθει πάλι το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας πήγαμε οικογενειακώς με την Ποντικάρα στη Χαλκίδα και κάναμε μπάνιο μπροστά σ' ένα ωραίο κόκκινο σπίτι που το είχε ένα κύριος φίλος του παππού μου που είχε πεθάνει και πολύ μας άρεσε. Οχι που είχε πεθάνει ο κύριος με το κόκκινο σπίτι αλλά που πήγαμε εκδρομή στη Χαλκίδα που είχε ωραία ψάρια και κάτι ψαράδες βγάζανε και αχιβάδες. Και είχε και τα νερά που πηγαίνανε πέρα - δώθε στο στενό του Ευρίπου όπως μας εξήγησε η μαμά μας και μέχρι σήμερα έτσι κάνουνε τα νερά αυτά χωρίς να σταματάνε καθόλου και είπε μία λέξη δύσκολη που ήτανε "αενάως" και όταν πήγα στο σχολείο την άλλη μέρα το ξεφούρνισα κι εγώ στη δασκάλα μου αυτό το αενάως κι αυτή μου είπε "εύγε Σόφη" και μετά ήμουνα χαρούμενη όλη μέρα αενάως. 


Εκείνη την ημέρα που είχαμε πάει εκδρομή στη Χαλκίδα μας βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι εμένα και τον αδελφό μου γιατί δεν φοράγαμε τα καπέλα μας και κυνηγιόμαστε στην παραλία σαν τα τρελλά γιατί εκεί δεν ήτανε σαν το Φάληρο και δεν είχε κανέναν άλλο κόσμο εκτός από μας και μπορούσαμε να κάνουμε ότι θέλαμε και να παίζουμε τους Ινδιάνους και μόλις κατεβαίναμε από τ' αυτοκίνητο τρέχαμε σαν τα παλαβά πέρα δώσε και πετάγαμε τα ρούχα μας στην άμμο.
"Σταθείτε βρε μην ξεβρακωνόσαστε, βάλτε τα μπανιερά σας σωστά" φώναζε η γιαγιά μου η Κασσιανή και ο θείος Μπάμπης με τον πατέρα μου κατεβάζανε μισή ώρα από τ' αυτοκίνητο όλο το νοικοκυριό της γιαγιάς μου της Κασσιανής που είχαμε φέρει κάτι πολυθρόνες πάνινες, ένα ξύλινο τραπέζι, μια μεγάλη ομπρέλλα και μία μικρή, ένα καλάθι με φαγιά, πετσέτες, κουλούρες, βατραχοπέδιλα, κουβαδάκια, απόχες, το καλάμι του ψαρέματος του θείου Μπάμπη, το κουτί με τα φάρμακα για τις τσούχτρες και τις μέλισσες, το τρανζίστορ και το φουσκωτό στρώμα που μας είχε φέρει δώρο η θεία Δώρα και το είχε πάρει από τον Κατράντζο που ήταν πολύ καλό μαγαζί και είχε όλο τέτοια πράματα. Και μετά κατέβασανε και τα ποδήλατά μας γιατί δεν πηγαίναμε πουθενά χωρίς αυτά αλλά ποτέ δεν κάναμε γιατί η θάλασσα είναι πιο ωραία από το ποδήλατο που κάνεις και στο σπίτι σου.


Εκειπέρα ανακαλύψαμε κι ένα πολύ ωραίο καινούργιο παιχνίδι με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που πήγε και χώθηκε μέσα στην άμμο και ήτανε μόνο το κεφάλι της έξω με την καπελαδούρα κι εμείς της ρίχναμε άμμο αποπάνω μέχρι που ήρθε ο πατέρας μου και την έσωσε γιατί μάλλον της ρίξαμε πάρα πολύ και θα την πνίγαμε λέει στο αμμόλουτρο.  
Ομως τότε που είχαμε πάει στη Χαλκίδα ήτανε πάρα πολύ ωραία γιατί μαζέψαμε και αχιβαδίτσες και ψαράκια με τις απόχες μας και μετά κάναμε και κάστρα πάνω στην άμμο με τα καινούργια κουβαδοφτυαράκια μας.
Γενικά, όπως λέγαμε και στην έκθεση που γράφαμε στο σχολείο, στο πρώτο μπάνιο περνούσαμε υπέροχα. Η μάνα μου που ήτανε πολύ άσπρη πασαλειβότανε με Νιβέα και ο πατέρας μου της έβαζε στην πλάτη και της έδωσε κι ένα φιλί και εμείς καθόμαστε σαν τους χαζούς και τους κοιτάγαμε που γελάγανε μεταξύ τους κι εμένα πολύ με νευριάζανε άμα κοιταζόντουσαν έτσι μέσα στα μάτια αλλά τον αδελφό μου δεν τον νοιάζανε αυτά γιατί ήτανε μπούφος.


Και πολύ ζήλευα που κοιταζόντουσαν αυτοί έτσι μέσα στα μάτια κι έλεγα πώς άμα μεγαλώσω θα πάρω κι εγώ έναν άντρα να με κοιτάει μέσα στα μάτια και να τον κοιτάω κι εγώ.


Κι εμείς ήμασταν πολύ άσπροι αλλά επειδή σιχαινόμαστε τις Νιβέες δεν καθόμαστε να μας βάλει η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλο τρέχαμε μπρος εμείς και πίσω αυτή να μας χώσει απ' το κεφάλι κάτι άσπρα κασκορσέ που έλεγε αυτή τα φανελάκια να μη μας κάψει ο ήλιος επειδή ήτανε το πρώτο μπάνιο που κάναμε. 
Εμείς μόλις κατεβαίναμε απ' το αυτοκίνητο βλέπαμε τη θάλασσα που ήτανε γυαλιστερή σαν τα πολύχρωμα γυαλάκια που φυλάγαμε στο κουτί με τα μαγικά που είχαμε και μας έπιανε μία τρέλλα και θέλαμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τότε όμως η μάνα μου με τη Μαριέτα και την γιαγιά μου την Κασσιανή κάνανε κύκλο μεταξύ τους και μας μαντρώνανε να πάμε στη θάλασσα σιγά σιγά να μην πνιγούμε γιατί ήτανε λέει το πρώτο μπάνιο. Εμένα όμως πολύ με νευριάζανε όλα αυτά γιατί εμείς ξέραμε καλό μπάνιο που μας είχε μάθει ο μπαμπάς μας και κολυμπάγαμε σα δελφίνια και αυτές ήτανε χαζές και φοβιτσιάρες λέγαμε με τον αδελφό μου.


Οταν ήτανε το πρώτο μπάνιο μας βάζανε στη θάλασσα με αυτό το σχέδιο όλες μαζί και μετά είχανε βγάλει ένα πρόγραμμα που έπρεπε να το ακολουθήσουμε κατά γράμμα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μην αρρωστήσουμε. Αυτό το πρόγραμμα ήτανε να μείνουμε λίγο μέσα στη θάλασσα, μετά να βγούμε γρήγορα και να ξεπλυθούμε με ένα μπετόνι νερό που είχανε κουβαλήσει μαζί τους και μετά να βάλουμε άσπρο φανελάκι και να μην κάτσουμε γδυτοί στον ήλιο αλλά κάτω από την ομπρέλλα πρώτα και μετά να πάρουμε τα κουβαδάκια μας και να παίξουμε αφού ηρεμήσουμε από τη θάλασσα όπως λέγανε αυτές.
Αμα το κάνανε αυτό το πρόγραμμα τις λέγαμε "σιχαμένες βασανίστριες" και τρέχαμε να παραπονεθούμε στο μπαμπά μας που αυτός μας καταλάβαινε πάντα αλλά μόνο στο πρώτο μπάνιο άμα του παραπονιόμαστε για τις βασανίστριες γελούσε και μας έλεγε ότι πρέπει να κάνουμε ότι λέει η μαμά μας για να μην πάθουμε ηλίαση και εμείς λέγαμε μέσα μας "αει να χαθείς κι εσύ" και θυμώναμε και λέγαμε ότι άμα μεγαλώσουμε θα πάρουμε ένα καϊκι με τους φίλους μας να κάνουμε τρέλες μέσα στη θάλασσα και βουτιές και τέτοια και δεν θα φοράμε φανελλάκια ούτε στο πρώτο ούτε σε κανένα άλλο μπάνιο και θα γίνουμε πειρατές να πάμε στη χώρα της αναποδιάς που θα παίρναμε μαζί μας μόνο τη Λολίτα και κανέναν άλλον.


Ομως επειδή κάθε φορά που πηγαίναμε για το πρώτο μπάνιο είχαμε και μεγάλο φόβο μήπως μας χώσουνε πάλι στην Ποντικάρα και γυρίσουμε σπίτι μας άρον άρον καθόμαστε αναγκαστικά Παναγίες φανερωμένες και έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή "είδες πώς ηρεμήσανε τα χρυσούλια μου στη θάλασσα, εμ βέβαια είναι και του Αγίου Πνεύματος μεγάλη η χάρη του" και μετά πήγαινε να χωθεί με την ησυχία της στην άμμο όπου ο μπαμπάς μου της είχε φτιάξει ένα λάκο και της έλεγε "έτοιμος ο λάκος σας μητέρα" και γελάγανε οι άλλοι κι εμείς δεν καταλαβαίναμε γρυ γιατί γελάγανε  αυτοί.
Τέλος πάντων πολύ ωραία περνάγαμε στο πρώτο μπάνιο και την άλλη μέρα όμως δεν λέγαμε στους φίλους μας ότι καθόμαστε Παναγίες κάτω απ' την ομπρέλλα με τα άσπρα κασκορσέ για να μη μας πούνε βλαμμένα αλλά κάναμε τους σπουδαίους ότι κάναμε βουτιές από ένα ψηλό βράχο και ότι είμαστε πολύ γενναίοι στα κύμματα και τέτοια κι αυτοί μας θαυμάζανε και μας λέγανε ότι είμαστε πολύ τυχεροί γιατί αυτούς δεν τους αφήνουνε οι γονείς τους να κάνουνε τέτοια αλλά τους βάζανε με το ζόρι κάτω από κάτι ομπρέλες και τους παστώνανε με νιβέα στην πλάτη και κολλάγανε και ήτανε μπλιαξ.



Αλλά μήπως τώρα που μεγαλώσαμε βάλαμε μυαλό; Μπαααα.... Μόλις βλέπουμε θάλασσα θέλουμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα. Και καμμιά φορά πέφτουμε ....... 


Αντε καλά μπάνια και φέτος !!!