Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Είμαστε καλά; Γενέθλια με τη φράου Χίλντε ?


Τούτα δω έτσι που τα κακομάθαμε μόνο μια γερμανίδα θα τα φέρει σε λογαριασμό αλλιώς θα μας καβαλήσουνε δηλαδή μας καβαλλήσανε ήδη κι άντε να τα κάνεις ανθρώπους τώρα γκρίνιαζε ο παππούς μου ο Δημητράκης στη γιαγιά μου την Κασσιανή που ήτανε και γυναίκα του εκτός από τα άλλα χούγια που είχε και τα ξέρετε επειδή σας τα έχω ξαναπεί.


Οταν ο παππούς μου ο Δημητράκης έλεγε "τούτα δω" εννοούσε τον αδελφό μου κι εμένα που είμαστε τα εγγονάκια του και πολύ μας λάτρευε κι εμείς το ίδιο δηλαδή και σπάνια γκρίνιαζε γιατί όλοι λέγανε ότι αυτός ήτανε χρυσός άνθρωπος και μόνο η γιαγιά μου η Κασσιανή ήτανε κέρατο βερνικωμένο όπως λέγανε αλλά εμάς δεν μας ένοιαζαν τα κέρατα καθόλου ούτε του παππού μας ούτε της γιαγιάς μας και δεν ξέραμε τι ήτανε τα βερνικωμένα αλλά μάλλον όπως έλεγε η Μαριέττα μας ήτανε όπως τα παπούτσια που τους βάζανε βερνίκι και η γιαγιά μου η Κασσιανή της έλεγε ότι εσύ είσαι κόρη και δεν ξέρεις από κέρατα και τέλος πάντων άκρη δεν βγάζαμε εμείς οι μικροί με τα κέρατα και μια φορά που ρωτήσαμε τον παππού μας τον Δημητράκη αν τα δικά του κέρατα είναι βερνικωμένα έπεσε ανάσκελα στον καναπέ και στράβωσε το στόμα του και τρέχανε όλοι μαζί άλλος για νερό κι άλλος να τηλεφωνήσει στον κ. Μπαχώμη το γιατρό του γιατί φαίνεται αυτό το θέμα με τα κέρατα ήτανε πολύ κακό πράμα κι εμείς θυμώσαμε που δεν μας λέγανε τι ήτανε και κάτσαμε κλεισμένοι στο δωμάτιό μας όλο το απόγευμα και μας φέρανε το φαϊ μας εκειπέρα αλλά δεν το φάγαμε.
Με τούτα και με κείνα φαίνεται ότι είχαμε γίνει πολύ κακά παιδιά και κάναμε ότι θέλαμε μέσα στο σπίτι μας και ο παππούς μου ο Δημητράκης έλεγε ότι αφού η μαμά μας και ο μπαμπάς μας δεν μας μαλώνανε ποτέ εμείς θα γινόμαστε μεγάλα τέρατα αλλά η μαμά μου με το μπαμπά μου λέγανε ότι είχαμε διερευνητικό μυαλό και ήμασταν πανέξυπνα παιδάκια κι άμα θα μεγαλώναμε θα στρώναμε και θα εννοούσαμε τι έπρεπε να κάνουμε διότι λέει έτσι θα αποκτούσαμε ψυχολογία ελεύθερου και δημιουργικού ανθρώπου και όχι φοβισμένου ανθρωπάκου δηλαδή έτσι έλεγε η μαμά μου που ήτανε δασκάλα και ο μπαμπάς μου καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι με όλ' αυτά αλλά ο παππούς μου ο Δημητράκης έλεγε μωρέ μια γερμανίδα τους χρειάζεται αυτωνών να δεις πόσα απίδια βάζει ο σάκος. Μια μέρα μας έδειξε μια φωτογραφία με μια χοντρή και μας είπε να αυτή θα φέρω να σας στρώσει κι εκειπέρα ήτανε μια πολύ χοντρή με μουστάκια σαν το Βούδα που είχε στο σαλόνι της η θεία Αμαλία και μας έπιασε πυρετός και πέσαμε άρρωστοι τρεις μέρες και είδανε και πάθανε να μας πείσουνε ότι δεν θα έρθει τέτοιο πράμα στο σπίτι μας και ότι ο παππούς μας ο Δημητράκης έκανε αστεία για να κάτσουμε φρόνιμα.
Τέλος πάντων όμως η γιαγιά μου η Κασσιανή θύμωσε πάρα πολύ με τον παππού μου τον Δημητράκη και του είπε άμα ξαναφοβερίσεις τα παιδιά με τη γερμανίδα αλλοίμονό σου και δεν φτάνει όσα μας κάνανε οι Γερμανοί στην Κατοχή θάχουμε και τη γερμανίδα τώρα, σιγά .... εγώ μια καλή αυστριακή θα βρω να φέρω σπίτι μας να είναι γλυκειά και ζαχαρένια να μου τα προσέχει και να τους λέει τραγουδάκια όχι να τάχει με το μαστίγιο τα πουλάκια μου και μετά βάλθηκε να τηλεφωνεί σε όλες τις φιλενάδες της και ρώταγε μπας και ξέρανε καμμιά καλή γερμανοαυστριακιά αλλά να μην έχει σχέση με τον Χίτλερ και τέτοια για να έρθει στο σπίτι για να παίζουμε στα γερμανικά που ήτανε της μόδας τότε και μας έλεγε να μη φοβόμαστε τις μουρλαμάρες του παππού μας που κακό χρόνο νάχει μου τρόμαξε τα παιδιά ο άγαρμπος έτσι έλεγε συνέχεια.


Η θεία Μαρίκα έλεγε ότι η Κασσιανή τρώει τα λυσσακά της για να πετύχει αυτό που θέλει και τελικά είχε δίκιο γιατί η γιαγιά μου η Κασσιανή τα έφαγε όλα τα λυσσακά της να βρει την πιο καλή γερμανίδα και τη βρήκε φαίνεται αλλά η Μαριέττα μας στράβωσε τα μούτρα της και είπε μμμμμ τούτο το φρούτο δεν είχαμε στην αυλή το βάλαμε κι αυτό αλλά αυτηνής δεν της πολυδίναμε σημασία γιατί γενικά στράβωνε τα μούτρα της άμα δεν της άρεσε κάτι κι εμείς της κάναμε μπδ μπδ μπδ πίσω απ' την πλάτη της κι αυτή άμα μας έβλεπε μας έλεγε σκασμένα.
Πολλά πέρα δώθε είχαμε εκείνες τις μέρες σπίτι μας γιατί η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε βαρέσει γενικό συναγερμό και έπρεπε όλοι να κάνουμε ότι ήθελε αυτή δηλαδή εμάς τους μικρούς να μας πλύνει η Μαριέττα καλά και να μας τρίψει τ' αυτιά καλά καλά, ο παππούς μου ο Δημητράκης να μαζέψει όλες τις εφημερίδες από το σαλόνι,  ο μπαμπάς μου να βρει χώρο στο πλυσταριό να βάλει όλα τα τζαντζαλομάντζαλα που έσουρνε η γιαγιά μου η Κασσιανή στο δωμάτιο ραπτικής για να κοιμάται εκειπέρα η φράου, η μαμά μου να πάρει κι άλλη ασπιρίνη που είχε πονοκέφαλο και τέλος πάντων να μπούμε όλοι σε μια σειρά γιατί όλα της φταίγανε μέχρι και το πάτωμα που κάναμε τσουλήθρα και το χαλάγαμε εκείνες τις μέρες της έφταιγε αλλά έτσι έκανε αυτή άμα είχε πολλές δουλειές και κάθε λίγο έλεγε Μαριέτα ένα νερό άντε στις χαρές σου και μετά βενταλιαζότανε γιατί είχε ουφ σκάσει ουφ σκάσει και ήτανε Αύγουστος μήνας κι έσκαγε ο γάιδαρος δηλαδή έτσι λέγανε αλλά εγώ δεν είχα δεί ποτέ γάιδαρο να σκάσει κι ήθελα πολύ να σκάσει ένας να δω αν κάνει κρότο αλλά δεν είχαμε γαϊδάρους στη γειτονιά μας εκτός από τον κ. Πολύκαρπο τον μανάβη που η γυναίκα του τον έλεγε κάθε τόσο α που να σκάσεις γαϊδούρι.


Τέλος πάντων εκείνη την ημέρα που περιμέναμε αυτή τη γερμανίδα κυρία η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε πάθει αμόκ όπως κάθε φορά που περιμέναμε κάποιον σπουδαίο σπίτι μας και μας είχε χτενίσει τα μαλλιά κολλημένα με νερό στο κεφάλι και ήμαστε σα βλαμμένα τελείως και μας έβαλε πέδιλα και άσπρες κάλτσες και εμένα μου έβαλε και ένα τεράστιο φιόγκο στο κεφάλι για να φαινόμαστε καλά παιδιά όπως έλεγε γιατί μάλλον για να είσαι καλό παιδί πρέπει να έχεις κολλημένα μαλλιά και άσπρες κάλτσες με πέδιλα και άμα είσαι κορίτσι να έχεις και φιόγκο πιο μεγάλο από το κεφάλι σου κατακαλόκαιρο.


Αμα η μαμά μας μας έβλεπε έτσι που μας έκανε η γιαγιά μου η Κασσιανή συγχιζότανε πολύ και έλεγε του μπαμπά μου μάζεψε τη μάνα σου έχει κάνει τα παιδιά σαν να τάχουμε ταμένα στη Μεγαλόχαρη αλλά ο μπαμπάς μου γέλαγε και της έλεγε μη στεναχωριέσαι Βασούλα μου αυτά δεν τάζονται με τίποτα άστα μπας και φρονιμέψουν λιγάκι και της έδινε ένα φιλί και η μαμά μου πια με κείνο το φιλί γινότανε χαλί να την πατήσει αυτός και μούμενε εμένα ο φιόγκος στο κεφάλι να τρώω κι εγώ τα λυσσακά μου και να μην μπορώ να κουνηθώ.
Το μεγάλο πρόβλημα όμως δεν ήτανε ο φιόγκος που μου είχανε βάλει στο κεφάλι αλλά ήτανε που θαρχότανε αυτή η κυρία να μας κάνει φρόνιμα παιδιά κι εμείς μια που ερχόντουσαν τα γενέθλιά μου είχαμε κανονίσει με τους φίλους μας να κάνουμε λασπόλουτρα στον κήπο όπως πέρσι που όλοι γονείς της γειτονιάς είχανε τσακωθεί μεταξύ τους επειδή δεν μπορούσανε να τραβήξουνε το δικό τους παιδί από τη λάσπη που είχαμε κάνει στον κήπο μας που είχαμε αφήσει το λάστιχο να τρέχει όλη τη μέρα χωρίς να μας πάρουνε χαμπάρι και είχαμε κάνει μια πολύ ωραία λάσπη και βουτιόμαστε εκεί μέσα και κάναμε λασπότουρτες να φάμε στα γενέθλιά μου και πολύ μας άρεσε αντίθετα από όλους τους γονείς που οι μισοί μπήκανε με εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό και οι άλλοι μισοί μετράγανε φσουτ φσουτ την πίεση τους εκτός από το τέρας τη γιαγιά μου την Κασσιανή που στάθηκε στη μέση της αυλής με μια σφυρίχτρα σαν τον κύριο Μήτσο τον σταθμάρχη και σφύριζε να βγούμε απ' το αγαπημένο μας λασπόλουτρο και είχαμε περάσει τέλεια γενέθλια όπως λέγανε όλα τα παιδιά και μας είχανε ζητήσει να κάνουμε πάλι φέτος τα ίδια.
Καμμιά φορά ήρθε και η μέρα που ήρθε στο σπίτι μας αυτή η γερμανίδα που τη λέγανε φράου Χίλντε αλλά εμείς επειδή είχαμε τρομάξει απ' αυτά που μας έλεγε ο παππούς μας ο Δημητράκης είχαμε χωθεί στο δωμάτιό μας και δεν βγαίναμε μέχρι που ήρθε αυτή με μια καπελαδούρα και μας είπε γκειά σου παιντί μου εσύ γκαλό παιντί κι εμείς γουρλώσαμε και οι δύο τα μάτια μας σαν το βάτραχο που βασάνιζε εκείνος ο βλαμμένος ο Σπύρος ο απέναντί μας γιατί αυτή μίλαγε όλο με το γκ και δεν βγάζαμε άκρη και μας έπιασε μια στενοχώρια τεράστια πώς θα συννενοηθούμε με τη φράου Χίλντε που όλα τα έλεγε με το γκ.
Ομως η φράου Χίλντε ήταν πολύ όμορφη και άσπρη αλλά η Μαριέτα μας που δεν την πήρε με καθόλου καλό μάτι αυτή τη φράου Χίλντε κι άρχισε να μουρμουράει αυτή θα μας κλείσει το σπίτι καλέ κυρία τι τη θέλουμε την οξαποδίτισσα δεν την βλέπεις κόκκινα μαλλιά ψυχή του σατανά και δεν την βλέπεις το πάει το γράμμα και κάτι τέτοια ακαταλαβίστικα αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή δεν άκουγε κουβέντα για τη φράου Χίλντε που την είχε βρει μόνη της και είχε τας καλυτέρας συστάσεις όπως έλεγε αλλά εμάς αυτό δεν μας ένοιαζε γιατί άμα μας άφηνε να κάνουμε λασπογενέθλια θα ήτανε καλή κι άμα δεν μας άφηνε θα ήτανε κακιά.


Αφού άκρη δε βγάζαμε με τη φράου Χίλντε και τα γκαλό παιντί αυτή άρχισε να μας λέει ερ ιστε αιν νετερ κερλ (1) και τότε είμαστε σίγουροι με τον αδελφό μου ότι αυτή δαιμονίστηκε και μίλαγε αλλαμπουρνέζικα και μεις  αρχίσαμε να λέμε το πάτερ ημών όσο ξέραμε δηλαδή γιατί ποτέ δεν το καταφέρναμε όλο και λέγαμε το μισό εγώ και το άλλο μισό ο αδελφός μου για σιγουριά, αυτή όμως μας κοίταγε και μας έλεγε νιχτ φουριχτ νιχτ φουριχτ (2) κι ο άδελφός μου έλεγε να αυτή θα μας σφουρίξ καμμιά φάπα κι άρχισε να τρέχει και να φωνάζει μαμάαααααααααα μέχρι που κουτούλησε πάνω σε μια πόρτα κι έπεσε χάμω.
Καθόλου καλά δεν άρχισε αυτή σας το είπα εγώ μουρμούραγε η Μαριέττα μας και την έλεγε ξετσίπωτη γερμαναρού με τα βυζιά όξω Θέ μου συχώρα με αυτή θα κολάσει και το δεσπότη αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή και η μαμά μου δεν της δώσανε σημασία γιατί δίνανε και παίρνανε να συνεφέρουνε τον αδελφό μου που ούρλιαζε δεν θέλω να μου σφουρίξ καμμιά φάπα αυτήηη κι εγώ τούλεγα ας πάρει τα μούτρα της να δεις τι θα της σφουρίξ εγώ αυτηνής και τότε ήρθε ο μπαμπάς μου και πήρε τη φράου Χίλντε στο σαλόνι γιατί καθότανε μέσα στη μέση και κοίταγε σα χαζή και ρώταγε όλο βας ιστ πασσίερτ βας ιστ πασσίερτ (3) και μετά πήγε στο σαλόνι και ο παππούς μου ο Δημητράκης και της έλεγε κάτι γκουτ γκουτ άλλες γκουτ (4) και τότε αυτή έβγαλε ένα ροζ μαντηλάκι και το κούναγε πέρα δώθε να κάνει αέρα γιατί θα ζεσταινότανε φαίνεται κι έτρεξε ο παππούς μου ο Δημητράκης να της φέρει ένα ποτήρι νερό απ' την κουζίνα και τότε η Μαριέττα είπε νάτα μας νάτα μας της φέρνουμε και νερό τώρα δε φτάνει που μας σπαζοχόλιασε το παιδί η ξαποδίτισσα.
Τέλος πάντων εκείνο το βράδυ δεν κάναμε άλλο μάθημα με τη φράου Χίλντε και την άλλη μέρα πήγαμε όλοι μαζί για μπάνιο στη θάλασσα μπροστά η γιαγιά μου η Κασσιανή μετά εμείς μετά η φράου Χίλντε με μια τεράστια τσαντάρα, μπρος Μαριώ και πίσω Γιάννης που έλεγε κι η Μαριέττα που δεν έμπαινε ποτέ της στη θάλασσα γιατί θα της έβγαινε λέει το βάφτισμα και δεν ήθελε να είναι αβάφτιστη και όταν φτάσαμε η φράου Χίλντε έβγαλε από την τεράστια τσαντάρα της μια σαμπρέλα από λάστιχο φορτηγού και μας έλεγε καμ κίντερ καμ (5) και μας έκανε νόημα με το χέρι να πάμε μαζί της στη θάλασσα αλλά εμείς δεν πηγαίναμε κι αυτή αφού είδε κι απόειδε ότι δεν θέλαμε πήγε να κολυμπήσει μόνη της με την σαμπρελάρα της και μεις λέγαμε στη γιαγιά μας την Κασσιανή δεν τη θέλουμε αυτή τη βλαμμένη κοίτα μια σαμπρέλα που έχει κι αυτή μας έλεγε ότι έτσι κάνουνε στη Γερμανία που δεν έχουνε θάλασσα σαν τη δικιά μας και να μην είμαστε κακά παιδιά με τη φράου Χίλντε που ήτανε καλή και θα μας μάθαινε γερμανικά. Εγώ όμως της είπα της γιαγιάς μου της Κασσιανής ότι δεν θέλω να μάθω γερμανικά και αυτή τη φράου Χίλντε να την κρύψετε στα γενέθλιά μου για να μη γελάνε οι φίλοι μου με τη χοντρογερμανίδα που μας κουβαλήσατε και τότε η γιαγιά μου η Κασσιανή με αγριοκοίταξε και είπε σουτ σουτ θα σ' ακούσει ντροπή σου και η φράου Χίλντε βρήκε την ώρα να βγει απ' τη θάλασσα και έλεγε βούνταμπααα βούνταμπααα (6) κι ο αδελφός μου είπε βουνταμπάξινος και ξερός μωρή αλλά αυτή δεν τον άκουσε γιατί ήτανε πολύ χαρούμενη και έλεγε χέλιος χέλιος φοϊμπους απόλον (7) κάτι αλλαμπουρνέζικα εκειπέρα.


Τότε ήρθε και ο παππούς μου ο Δημητράκης κουβαλώντας μια ομπρέλλα και μόλις είδε τη φράου Χίλντε την κοίταγε από πάνω μέχρι κάτω πολλή ώρα και σαν να ξεράθηκε στη θέση του με την ομπρέλλα στο χέρι και τότε η γιαγιά μου η Κασσιανή του είπε άσε κάτω επιτέλους την ομπρέλλα Δημητράκη μπααα σε καλό σου τι στέκεσαι αλλά αυτός κοίταγε σα χαζός τη φράου Χίλντε που δεν είχε φέρει ούτε πετσέτα να σκουπιστεί κι έλεγε όλο βούνταμπαα βούνταμπαα κι εγώ έλεγα στον αδελφό μου τι μεγάλο κώλο έχει αυτή και είχαμε τελείως συμφωνήσει ότι δεν θα την αγαπούσαμε αυτή τη φράου Χίλντε χρυσούς να μας έκανε και ούτε μπάνιο θέλαμε να κάνουμε εκείνη την ημέρα ούτε τίποτα μόνο θέλαμε να πάμε σπίτι μας να καταστρώσουμε σχέδια πώς να την κάνουμε να φύγει μια ώρα αρχύτερα και να μας αφήσει ήσυχους η βλαμμένη.
Τελικά φύγαμε μουτρωμένοι εμείς, διαολισμένη η γιαγιά μου η Κασσιανή για ένα λόγο που δεν καταλαβαίναμε και ρωτάγαμε μεταξύ μας τι έπαθε η γιαγιά αλλά δεν ξέραμε και ο παππούς μου ο Δημητράκης πίσω από τη φράου Χίλντε που δεν έβαλε το φουστάνι της αλλά περπάταγε με το μαγιώ τραγουδώντας αϊν τρόπισερ ρέγκενβάλτ(8) και όταν φτάσαμε στο σπίτι και την είδε η Μαριέττα μας με το μαγιώ είπε φτου σου να χαθείς ξετσίπωτη μουλάρα και χώθηκε στην κουζίνα και την είδαμε πάλι την άλλη μέρα τόσο πολύ είχε φουρκιστεί.

Το απόγευμα μας είπε η μαμά μας τώρα η φράου Χίλντε θα σας μάθει ωραία γερμανικά τραγουδάκια και μας έβαλε να κάτσουμε στο τραπέζι του κήπου φρόνιμα και η φράου Χίλντε πήρε την κιθάρα της κι άρχισε να λέει κάτι σαχλά τραγούδια στα γερμανικά που δεν καταλαβαίναμε γρυ αλλά αυτή ήτανε πολύ χαρούμενη και η μαμά μας το ίδιο και η φράου Χίλντε μας έλεγε σαγκ σαγκ μάιν κίντερ (9) εμείς κλωτσιόμαστε με τον αδελφό μου κάτω απ' το τραπέζι γιατί βαριόμαστε. Τότε ευτυχώς ήρθε η Ελενίτσα η ξαδέλφη μας που ποτέ δεν τη χωνεύαμε αλλά εκείνη την ημέρα ειδικά χαρήκαμε πάρα πολύ όταν την είδαμε και πηδάγαμε σαν κατσίκια απ' τη χαρά μας και φωνάζαμε η Ελε-νί-τσα η Ελε-νί-τσα και την πήραμε αμέσως να πάμε πίσω στον κήπο να παίξουμε και παρατήσαμε τη μαμά μας και τη φράου Χίλντε και τα παλιοτράγουδά της κι όταν ρώτησε η Ελενίτσα ποια είν' αυτή της είπαμε μια χαζή γερμανίδα που μας κουβαλήσανε να μας κάνει γκαλό παιντί και σιγά μην κάτσουμε εμείς να μας κάνει αυτή ότι θέλει.


Ομως ο παππούς μου ο Δημητράκης ξετρελλάθηκε με τα χαζοτράγουδα της φράου Χίλντε και χτύπαγε και το παπούτσι του τακ τακ τακ και το χέρι του τσικ τσικ τσικ στο τραπέζι και της κράταγε το ρυθμό δηλαδή και δώστου πια η φράου Χίλντε να τραγουδάει και να κάνει κάτι αηδίες λαλαλαροοοοοοο λαλαλαροοοοοοοο και λαλαλαριιιιιιιιιιι και της έσπασε κι ένα κουμπί στη μπλούζα της αλλά αυτή δεν το πήρε χαμπάρι καθόλου και όταν ήρθε η γιαγιά μου η Κασσιανή με κάτι πορτοκαλάδες έκανε γκουχ γκουχ γιατί την έπιασε ξερόβηχας όπως εμάς άμα δεν ξέρουμε μάθημα και ο παππούς μου ο Δημητράκης έλεγε πολύ ωραία και άλλες γκουτ και κοίταγε τη φράου Χίλντε σα χαζός εκεί που της είχε σπάσει το κουμπί της και η φράου Χίλντε τραγούδαγε λαλαλαροοοοοο με τη μπλούζα ανοιχτή και δεν πήγαινε να ράψει το κουμπί της και η γιαγιά μου η Κασσιανή ξερόβηχε συνέχεια σαν να είχε πάθει κόρυζα που έλεγε και η Μαριέττα μας κι εμείς είχαμε σταματήσει το παιχνίδι και τους κοιτάγαμε γιατί ήτανε κάπως περίεργοι όλοι τους.
Τέλος πάντων την άλλη μέρα αρχίσανε όλοι να τρέχουνε για τις προετοιμασίες για το πάρτυ των γενεθλίων μου που ήτανε στις 17 Αυγούστου και είχαμε καλέσει όλα τα παιδιά που παραθερίζαμε μαζί στο χωριό και θα γινότανε πάλι το έλα να δεις που λέγανε οι μεγάλοι όπως γινότανε κάθε χρόνο. Δηλαδή κάθε χρόνο στα γενέθλιά μου γινότανε ακριβώς αυτό το χίλιοι μπαίναν χίλιοι βγαίναν χίλιοι τα βρακιά τους δέναν όπως έλεγε και η Μαριέττα μας που δεν καταλάβαινε ποτέ γιατί χαλάγαμε την ηρεμία μας για να κάνουμε πάρτυ αλλά εμάς μας άρεσε πάρα πολύ και καλούσαμε γνωστούς κι άγνωστους κι όποιος πέρναγε απέξω ερχότανε μέσα στο πάρτυ μας φτάνει να είχε όρεξη να κάνει λασπόλουτρα και άλλες διαβολιές που κάναμε εμείς. 
Εκείνες τις μέρες δεν είχαμε καθόλου καιρό να κάνουμε γερμανικά επειδή είχαμε άλλες δουλειές δηλαδή να ετοιμάζουμε το πάρτυ μας και τα μπαλόνια και τις σφυρίχτρες και τα σχέδια για τις λασπότουρτες να τα ζωγραφίζουμε στο χαρτί και να κρεμάμε κάτι πολύχρωμα λαμπάκια μαζί με το μπαμπά μας και να τσακωνόμαστε όλη την ώρα με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που την είχανε πιάσει οι γνωστές υστερίες της και κυνηγούσε τη Μαριέτα να κάνει τις γωνίες να μην έχουνε αράχνες αλλά εμείς τις αγαπούσαμε τις αράχνες γιατί θα τρομάζαμε τα μικρά βλαμμένα που ερχόντουσαν κάθε χρόνο στο πάρτυ μας και η γιαγιά μου η Κασσιανή με το φακιόλι στο κεφάλι όπως και η Μαριέττα μας λέγανε α να χαθείτε παλιόπαιδα και συνεχίζανε να κυνηγάνε τις καϋμένες τις αράχνες.
Με όλες αυτές τις πολλές δουλειές είχαμε αφήσει τη φράου Χίλντε στην ησυχία της κι όλη μέρα λιαζότανε στον ήλιο με το μαγιώ και τριγύρναγε στην κουζίνα και μασούλαγε διάφορα πράματα και τα κουβάλαγε στο δωμάτιό της μετά τόριχνε στον ύπνο με τα ψωμιά και τα κουλούρια πάνω της και γινότανε τούρκα η Μαριέττα μας δηλαδή ελληνίδα ήτανε αλλά έτσι το λέγανε οι μεγάλοι άμα θύμωνε κάποιος πάρα πολύ γιατί μάλλον οι τούρκοι θυμώνουνε πολύ.


Θύμωνε ξεθύμωνε η Μαριέττα μας η φράου Χίλντε ήθελε να βοηθήσει στις δουλειές φαίνεται γιατί είπε εγκώ φτιάξει γκήπο και λουλούντια για παιντιά και εγκώ ξέρει φτιάχνει γκήπο κι εμείς δεν καταλαβαίναμε αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή χάρηκε πάρα πολύ και είπε τι καλή κοπέλα είν' αυτή η καϋμένη αλλά μετά που η φράου Χίλντε έβαλε το μαγιώ της κι άρχισε να σκαλίζει τα λουλούδια η γιαγιά μου η Κασσιανή στράβωσε τα μούτρα της και η Μαριέττα μας στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας κι έριξε δυό φάσκελα της φράου Χίλντε και της είπε να μη στα χρωστάω μωρή ξετσίπωτη όλο τσίτσιδη τριγυρνάς και πετάχτηκε ο παππούς μου ο Δημητράκης και της είπε ντροπή σου Μαριέττα μουντζώνεις την κοπέλα αυτές οι ξένες λαχταράνε τον ελληνικό ήλιο και μετά μουρμούραγε ορε μάνα μου ορε μάνα μου αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε στη μάνα του που είχε πεθάνει πολλά χρόνια μάλλον προ Χριστού όπως λέγαμε για την Ακρόπολη.


Τέλος πάντων την άλλη μέρα ήτανε το πάρτυ μας και δεν μας ένοιζε καθόλου τα ορέ μάνα μου που έλεγε ο παππούς μας ο Δημητράκης στη μάνα του ούτε η γιαγιά μου η Κασσιανή που τον αγριοκοίταγε ούτε η μάνα μου κι ο πατέρας μου που γελάγανε και λέγανε μεταξύ τους ότι ξανάνιωσε ο πατέρας. Εμείς όμως νοιαζόμαστε μόνο για τους φίλους μας που είχανε έρθει όλοι ακόμα κι εκείνο το μισόχαζο ο Πετράκης της κυρά Παναγιώτας που ήτανε άριστος μαθητής κι όλο ρούφαγε τη μύτη του και σκούπιζε τη μύξα με το χέρι που εμάς μας είχανε πει ότι αυτό δεν έπρεπε να το κάνουμε ποτέ αλλά κι εμείς το κάναμε εδώ που τα λέμε άμα βιαζόμαστε να παίξουμε και δεν μας βλέπανε.  
Πάρα πολύ ωραίο γινότανε το πάρτυ μας και τρέχαμε όλα τα παιδιά στον κήπο και σπρωχνόμαστε πολύ ωραία και πέφταμε κάτω και μετά δέρναμε τα πιο βλαμμένα και βουτάγαμε τη χελώνα στον κουβά με το νερό και ρίχναμε μπόλικο νερό στο χώμα να κάνουμε λασπότουρτες και πίναμε πορτοκαλάδα όση θέλαμε και είχαμε και ωραία μουσική α κάζα ντ Ιρένε και ο μίο σινιόρε και Μάμυ Μπλου που το ακούγαμε συνέχεια και άρεσε και στ' αγόρια και στα κορίτσια και πότε χορεύαμε και πότε σπρωχνόμαστε σα βλαμμένα αλλά περνάγαμε υπέροχα όπως λέγανε οι μεγάλοι κάθε φορά που γυρνάγανε από το θέατρο. 
Κι όσο εμείς παίζαμε και χορεύαμε όλοι οι μεγάλοι είχανε κάτσει στη βεράντα και τους έβγαζε η Μαριέττα μας σουμάδα της γιαγιάς μου της Κασσιανής και λέγανε να τη χαίρεστε να τη χαίρεστε πολύχρονη να σας ζήσει και τέτοια και η μαμά μου καμάρωνε και η γιαγιά μου η Κασσιανή καμάρωνε κι αυτή μαζί με τον μπαμπά μου μόνο ο παπππούς μου ο Δημητράκης δεν ήτανε στη βεράντα να καμαρώσει κι αυτός ούτε η φράου Χίλντε ήτανε στη βεράντα αλλά αυτή δεν μας ένοιαζε ρε δεν πάει να ψοφήσει έλεγε ο αδελφός μου κι εγώ έλεγα αμήν Παναγία μου και τέτοια που ήξερα και σίγουρα θα ήτανε κάπου μέσα στο σπίτι να κοπροσκυλάει και να μοσχοσαπουνίζεται πούλεγε η Μαριέττα μας.

Αυτό ήτανε το ωραιότερο πάρτυ μας πάντως γιατί όλα τα παιδιά είχανε πολύ κέφι και τρέχαμε συνέχεια φωνάζοντας άουυυυυυυυυ άουυυυυυυυυυ και κάναμε τους ινδιάνους και κανένας δεν μας φώναζε να ησυχάσουμε όπως συνήθως και όταν ήρθε η ώρα να κόψουμε την τούρτα μου ήμαστε οι όλοι βρεμμένοι και είχαμε πετάξει τα παπούτσια μας δηλαδή περνάγαμε τέλεια και αφού μου τραγουδήσανε το τραγουδάκι να ζήσεις σοφούλα και χρόνια πολλά μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά εγώ έσβησα με ένα μεγάλο φου τα κεράκια που το είχα κάνει πρόβα πολλές φορές και μετά χειροκροτήσανε όλα τα παιδιά και οι μεγάλοι κάνανε αααα και ωωωω όπως συνήθως κάνουνε αυτοί οι μεγάλοι τις αηδίες τους και ήμασταν έτοιμοι επιτέλους να πάμε να φτιάξουμε τη λασπότουρτά μας όπως κάναμε πέρσι κι αρχίσαμε να κουτρουβαλάμε τις σκάλες της βεράντας όλοι μαζί για να προλάβουμε όλοι να φτάσουμε πρώτοι απ' τους άλλους.
Τότε ο αδελφός μου με τράβηξε από το μανίκι και μου είπε στάσου δεν ακούς κι εγώ του είπα τι λες βρε βλαμμένο άσε με κι αυτός έλεγε η γιαγιά φωνάζει μωρή βλαμμένη δεν ακούς και τότε εγώ άκουσα τη γιαγιά μου την Κασσιανή να λέει ου να χαθείς Δημητράκηηηηη σάτυρε σαρδανάπαλεεεε τέρας ελεεινόοοο γιαυτό την ήθελες τη γερμανίδα βρεεεε να βγάζεις τα μάτια σου έκφυλεεεεεε. Τότε ο μπαμπάς μου μπήκε τρέχοντας στο σπίτι κι από πίσω η μαμά μου κι αφήσανε τους καλέσμένους στη βεράντα κι έτρεχε κι η θεία Μαρίκα να μάθει κι αυτή τι γινότανε μέσα και γιατί φώναζε η γιαγιά μου η Κασσιανή στον παππού μου τον Δημητράκη που δεν ακουγότανε καθόλου μόνο η φράου Χίλντε ακούστηκε να λέει νάιν νάιν και μετά η γιαγιά μου η Κασσιανή της είπε σκάσε κι εσύ παλιοελεεινή γερμαναρού και μετά έσκασε η βαλίτσα της φράου Χίλντε στη βεράντα και κατρακύλησε κι αυτή στη σκάλα και χυθήκανε έξω κάτι κομπιναιζόν και κάτι βρακιά της φράου Χίλντε κι αυτή βγήκε έξω με την πετσέτα του μπάνιου κι άρχισε να μαζεύει τη βαλίτσα και τα κομπιναιζόν της μπροστά στους καλεσμένους που τα είχανε χάσει και σταυροκοπιόντουσαν γιατί φαίνεται δεν θα είχανε ξαναδεί γερμανίδα με την πετσέτα του μπάνιου να μαζεύει τη βαλίτσα της απ' τις σκάλες. 


Μετά έγινε μεγάλη ησυχία στο σπίτι μας και δεν ακουγότανε τίποτα από μέσα και μεις νομίζαμε ότι είχανε πεθάνει όλοι και πήγαμε με τον αδελφό μου να δούμε αλλά μας είπανε οι μεγάλοι έξω εσείς παιδιά άντε να παίξετε αλλά εμείς θέλαμε να μάθουμε γιατί η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε πει στον παππού μας τον Δημητράκη έκφυλεεε και σαρδανάπαλεεε και τέτοια και δεν είχαμε μετά όρεξη για παιχνίδι και σε λίγο είπαμε στους φίλους μας άντε ρε τώρα πέρασε η ώρα βαρεθήκαμε να παίζουμε και άμα θέλετε να φύγετε εντάξει και τέτοια και μετά αυτοί φύγανε και λέγανε την άλλη μέρα ότι ήμασταν βλαμμένα και δεν κάναμε καλό πάρτυ γιατί το κόψαμε πάνω στο καλύτερο χωρίς λόγο αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε και είχαμε στεναχωρηθεί πολύ γιατί καταλάβαμε ότι αυτή η φράου Χίλντε είχε κάνει κάτι και είχε συγχίσει πολύ τη γιαγιά μου την Κασσιανή που δεν φώναζε ποτέ στον παππού μου τον Δημητράκη κι όμως εκείνο το βράδυ του είχε φωνάξει πολύ αλλά κανένας δεν μας έλεγε τι είχε γίνει κι έτσι πέσαμε στο κρεββάτι στεναχωρημένοι και λέγαμε αυτή η παλιογερμαναρού φταίει και θα δει αυτή τι θα της  κάνουμε αύριο.
Αλλά το αύριο δεν ήρθε ποτέ και ούτε ποτέ μας ξαναείδαμε τη φράου Χίλντε που δεν την χωνεύαμε καθόλου και ευτυχώς χάθηκε τελείως από κείνο το βράδυ και την άλλη μέρα η γιαγιά μου η Κασσιανή κράταγε μούτρα του παππού μου του Δημητράκη και μετά ετοιμάστηκε να πάει στην Αιδηψό για λουτρά για να μη σε βλέπω του είπε κι εκείνος δεν απάντησε καθόλου και καθότανε σα βρεμμένη γάτα πολλές μέρες μέχρι που γύρισε η γιαγιά μου η Κασσιανή από την Αιδηψό όπου είχε πάει με τη θεία Μαρίκα και γυρίσανε φρέσκες φρέσκες και μετά η γιαγιά μου η Κασσιανή είπε του παππού μου του Δημητράκη άντε βρε σε συγχωρώ έχε χάρη τα παιδιά ξεμωραμένε και μάλλον τα ξαναφτιάξανε όπως ο Γιαννάκης με τη Μαιρούλα που ήτανε στην τάξη μας και τα είχανε και όλοι λέγανε ότι αυτοί ήτανε ερωτευμένοι και γελάγανε.


  
Λεξιλόγιο για μη γερμανομαθείς
1. αυτό είναι ένα καλό παιδί
2. όχι φόβος όχι φόβος !
3. τι συμβαίνει τι συμβαίνει;
4. καλά, καλά όλα καλά
5. ελάτε παιδιά, ελάτε
6. υπέροχα, υπέροχα
7. Ηλιος, Ηλιος, Φοίβος Απόλλων 
8. ένα τροπικό δάσος
9. τραγούδα, τραγούδα παιδί μου.

22 σχόλια:

  1. καταπληκτικο το διαβασα μεχρι τελος γελασα και μου αφησε μια γλυκια γευση μπραβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σόφη μου τα Γερμανικά από άλλη φράου τα έμαθες; Γέλασα απίστευτα με την ιστορία σου , η γιαγιά Κασσιανή κεντρικός πυρήνας , γιαγιά με τσαγανό
    Χρόνια πολλά καλή μοτ , να έχεις οτι χρειάζεσαι για την ευτυχία σου.
    Φιλάκια πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νικόλ μου το αστείο είναι ότι δεν έμαθα ποτέ γερμανικά...
      Σ' ευχαριστώ γλυκειά μου για τις ευχές σου !
      Φιλάκιααααα

      Διαγραφή
  3. Απίστευτη Σοφία!!!
    Το απίθανο όπως πάντα κείμενο με έκανε να κλαίω από τα γέλια και οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν ήρθαν κι έδεσαν!

    Θα σου ευχηθώ ξανά να είσαι χιλιόχρονη, γερή, χαρούμενη και δημιουργική!

    Σε φιλώ, καλό Σ/Κ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νάσαι καλά Μαίρη μου !!! Σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια και τις ευχές σου
      Φιλάκια πολλά

      Διαγραφή
  4. Όπως πάντα απολαυστική!!
    Δεν ήθελα να τελειώσει!..
    Καλό Σαββατοκύριακο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Νά σού ευχηθώ,χρόνια πολλά Σοφία!!!
    Πολύ όμορφο κείμενο καί φωτογραφίες!!!
    Πραγματικά,τό απόλαυσα!!!Μπράβο σου!!
    Καλό Σ/Κ!!!Φιλιά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Υπέροχη,απολαυστική και με ιδιαίτερο χιούμορ!!!!Ευχαριστώ για το χαρούμενο μεταμεσονύκτιο ημίωρο!!!Καλό σου βράδυ και είμαι stand by για την επόμενη περιπέτεια. Φιλάκια !!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολλές ευχαριστίες Εφη μου, νάσαι καλά !!!
      Ετοιμάζεται και η επόμενη ....
      Φιλάκιααα

      Διαγραφή
  7. axaxaxa!
    Μόνο ΕΣΥ μπορείς και με κάνεις να μη βαριέμαι να διαβάσω τέτοιο κατεβατό...
    Βρε τον σαρδανάπαλο τον παππού!!
    Αν υποψιαστώ ότι και η Μέρκελ είναι σεξουλιάρα... :-p
    Φιλάκια πολλά Σοφη μου! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που δεν το βαριέσαι Λιακαδάκι !!!
      Ο παππούς ρόμπα.....
      Λες και η Μέρκελ να το πάει το γράμμα;
      Φιλάκιααααα

      Διαγραφή
  8. Καλά τα κείμενά σου με κάνουν να πεθαίνω στα γέλια... τα απολαμβάνω από την πρώτη ως την τελευταία τους λέξη και ...λατρεύω τη γιαγιά Κασσιανή!!! χαχαχαχα Είναι υπέροχη όπως κι εσύ και το γράψιμό σου!!!!
    όσο για τις φωτό ...δεν έχω λόγια ...πού πας και τις βρίσκεις;;;;;
    Καλή εβδομάδα και πολλά πολλά φιλιά γλυκιά μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Κικίτσα μου για τα καλά σου λόγια πάντα !!!
      Με συγκινείς !!!
      Φιλάκια γλυκά

      Διαγραφή
  9. 'Ετσι μάλλον σε κέρδισε η γαλλική γλώσσα, φαντάζομαι!!!! Καταπληκτικά ξεκαρδιστική η ιστορία της Frau Hilde!!! Είχα δεί προ ημερών την ιστορία αλλά δεν είχα χρόνο να την διαβάσω όλη, κι έτσι ξαναγύρισα πριν από ώρα. Τελείωνα την ανάγνωση την ώρα που μου άφησες εσύ σχόλιο στην δική μου ανάρτηση!! Πολύ γέλασα!! Νά'σαι πάντα καλά Sophie μου! Gros bisous!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Gros bisous κι από μένα γλυκειά μου.
      Καμαρώνω τις υπέροχες δημιουργίες σου και ζηλεύω λιγάκι που δεν μπορώ να κάνω κι εγώ....αλλά πετάω μια γιαγιά Κασσιανή να σας κάνω να γελάτε λιγάκι...
      Φιλάκιαααα

      Διαγραφή
  10. Είμαι στη δουλειά, αλλά με όλους τους υπόλοιπους απόντες και κλαίω από τα γέλια! Υπέροχη γραφή! Να είσαι καλά, μου έφτιαξες τη διάθεση!
    Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νάσαι καλά κοριτσάκι μου, σ' ευχαριστώ πολύ !!!!
      Μου δίνει μεγάλη χαρά να ξέρω ότι γελάνε οι αναγνώστες της γιαγιάς Κασσιανής. Το γέλιο μας λείπει και το χρειαζόμαστε !!!!
      Φιλάκια πολλά
      Σόφη

      Διαγραφή
  11. Πάντα λάτρευα το χιούμορ και ιδιαίτερα όταν "δένει" με ένα εύστοχο κείμενο.Με έκανες να μπω και σε άλλα κείμενα σου να διαβάσω και πέρασα ένα όμορφο ξεκίνημα με το..καφέ δίπλα μου στον υπολογιστή. Καλημέρα όλη μέρα γλυκιά μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ αχτίδα μου !!! Απολαμβάνω κι εγώ το γράψιμό σου πραγματικά.
      Ας έχουμε υγεία να γράφουμε :)
      Καλή σου μέρα

      Διαγραφή

Καλώς ήρθατε !