Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Ρίκο ρίκο ρίκοκο, γλυκάκι κουταλιού βερύκοκο !


Η γιαγιά Κασσιανή στα νιάτα της
Αγαπημένα μου φιλαράκια καλημεροκαλησπέρες ,
Οσο εσείς δροσίζεστε σε παραλίες και βόλτες εγώ ανακατεύω παλιά δεφτέρια......
Ψάχοντας λοιπόν παλιά γραπτά και μυστικά της μαμάς και της γιαγιάς ανακάλυψα επιτέλους το γλυκό κουταλιού ΒΕΡΥΚΟΚΟ που έφτιαχναν και ήταν υπέροχο (μιλιόταν πολύ, κατά τη γλώσσα της εποχής) !!! 
Είχαμε τότε στην αυλή μας μια βερυκοκιά Διαμαντοπούλου με κάτι βερύκοκα μέλι !
Η Μαριέττα μας έκοβε την αναλογούσα ποσότητα για το γλυκό (αν και μικρά έδιναν εκπληκτικό γλυκό) πριν προλάβουμε να κάνουμε επιδρομή εμείς οι μικροί ούνοι που τρώγαμε τα βερύκοκα απ' το δέντρο μέχρι που μας έπιανε η κοιλιά μας και μας τρέχανε....

Η συνταγή μεταφέρεται ακριβώς όπως τη βρήκα στο παλιό τετράδιο της γιαγιάς Κασσιανής.

ΔΙΑ ΓΛΥΚΟΝ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ ΒΕΡΥΚΟΚΟΝ

Χρειαζόμεθα :
60-70 βερύκοκα άωρα (να κρατούν ελαφρώς) * βγαίνουν περίπου 4 κιλά
παρόμοια ποσότητα σακχάρεως
4 ποτήρια νερό
Χυμός 2 λεμονίων
καβουρδισμένα λευκά αμύγδαλα (προαιρετικώς διότι σε πολλούς δεν αρέσει αυτό)
ασβεστόνερον

Εκτέλεσις
Πλένομεν καλά τα φρούτα και με το χονδρό βελονάκι (ενν. βελονάκι πλεξίματος) βγάζομεν ένα - ένα τα κουκούτσια τα οποία φυλάσσομεν δια λικέρ που κατασκευάζομεν κατόπιν.
Ξεφλουδίζομεν τα βερύκοκα προσεκτικά.
Εχομεν ετοιμάσει το ασβεστόνερον ως εξής : διαλύομεν καλά 100 γραμμάρια ασβέστη άσβεστον εις μεγάλην λεκάνη με αρκετό νερό (ενν. 3 λίτρα), και ρίπτομεν μέσα στο ασβεστόνερον αυτό τα βερύκοκα να σταθούν δια 3 ώρες.
Κατόπιν, τα ξεπλένομεν πολύ καλά εις πολλά νερά και στο τέλος ένα ένα κάτω από τον βρύσιν. Τα αφήνομεν να στραγγίσουν εις το τρυπητόν.
Βάζομεν από ένα λευκό αμύγδαλον εις κάθε βερύκοκον εάν θέλομεν.
Αφού στεγνώσουν καλά ετοιμάζομεν το σιρόπι να βράσει 10 λεπτά και ρίπτομεν τα βερύκοκα να βράσουν μέσα σε φωτιά δυνατή 10 λεπτά ακόμη. Ξαφρίζομεν καλά με την τρυπητήν κουτάλα.
Αφήνομεν όπως είναι όλη τη νύκτα ή τουλάχιστον 7 ώρας. Σκεπάζομεν την κατσαρόλαν με καθαρήν βαμβακερήν πετσέτα να μην πάνε έντομα.
Το πρωί βγάζομεν προσεκτικώς τα φρούτα ένα ένα με την τρυπητήν διότι έχουν βγάλει νερόν και πρέπει να δέσομεν πάλι το σιρόπι. Μόλις ετοιμασθεί το σιρόπιν ρίπτομεν πάλι μέσα τα φρούτα και βράζομεν εις μέτρια φωτιά το γλυκό για 10 λεπτά. Ρίπτομεν τον χυμόν των λεμονίων και παίρνει την τελευταίαν βράσιν.
Αποσύρομεν από την εστίαν και γεμίζομεν αμέσως καθαρά βάζα.
Φυλλάσσομεν εις καθαρόν ερμάριον κλειστόν.

Η φωτό από το διαδίκτυο. 

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Καλό μήνα φιλαράκια


Καλό μήνα φιλαράκια μου !!
Παρατεμπέλιασα  ... δε λέω, αλλά θα επανορθώσω σύντομα με φρέσκιες ιστορίες της γιαγιάς μου της Κασσιανής που ετοιμάζει ήδη τα μπανιερά μας για  ..... τρελλά γέλια ....

Να περνάτε όμορφα !!!
Με την αγάπη μου
Σόφη


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ενας λαμπερός Απρίλης



Τον Απρίλη εμάς στο σπίτι μας όλους κάτι μας έπιανε δηλαδή ο καθένας μας είχε το δικό του κάτι και δεν μας έπιανε ευτυχώς όλους το ίδιο. 
Την Γιαγιά μου την Κασσιανή την έπιανε αμόκ γιατί ερχότανε λέει το Πάσχα και όλο φοβότανε ότι δεν θα προλάβει τα εκατομμύρια δουλειές που είχε και μας φοβέριζε ότι αλλοίμονό μας αν δεν προλάβει να κάνει το σπίτι μέσα έξω και τα γλυκά της τα ανοιξιάτικα αλλά πάντα τις προλάβαινε όλες τις δουλειές ευτυχώς και γλυτώναμε από ποιός ξέρει τι μαρτύρια που είχε σκοπό να μας κάνει.
Τον παππού μου το Δημητράκη τον έπιανε μια μανία να παίζει πρέφα με κάτι άλλους γέρους που ήτανε φίλοι του γιατί δεν άντεχε το αμόκ της γιαγιάς μου της Κασσιανής που του έλεγε όλη την ώρα "μα μέσα στα πόδια μου θα είσαι χριστιανέ μου συνέχεια άντε και παραέξω" κι αυτός της έλεγε "Καλά Κασσιανάκι μου θα βγω με τα παιδιά" αλλά τι σόι παιδιά ήτανε αυτοί οι φίλοι του που ήτανε κάτι γέροι σάψαλα ποτέ δεν κατάλαβα κι έλεγα από μέσα μου πάει ο παππούς μου μουρλάθηκε κι αυτός σαν τον γερο Μασούρα που δεν ήξερα τι ήτανε αλλά έτσι το λέγανε οι μεγάλοι. 
Τη Μαριέττα μας την έπιανε τεταρταίος πυρετός αλλά δεν έπεφτε στο κρεββάτι δηλαδή ούτε και πυρετό είχε αλλά έτσι το λέγανε επειδή η γιαγιά μου η Κασσιανή τη στρίμωχνε στις δουλειές γιατί όλο ερχότανε αυτό το Πάσχα τον Απρίλη και ποτέ δεν καθυστερούσε και της Μαριέττας μας της έβγαινε το λάδι και τρέχαμε εμείς με τον αδελφό μου να μαζέψουμε το λάδι της Μαριέττας μας που της έβγαινε να μη λαδώσει κάτω αλλά ποτέ δεν το βρίσκαμε και τελικά θυμώναμε και της λέγαμε είσαι ψεύτρα είσαι ψεύτρα γιατί δεν βλέπαμε το λάδι που της έβγαινε αυτηνής.
Τη μαμά μου την έπιανε μία εαρινή κόπωσις όπως έλεγε ο γιατρός ο κύριος Μπαχώμης που ερχότανε να τη δει και όλο στο κρεββάτι καθότανε μετά η μαμά μου και της πήγαινε ο μπαμπάς μου στιμένη πορτοκαλάδα και της χάιδευε τα μαλλιά και της έλεγε μη σηκωθείς αγάπη μου κάτσε να αναπαυθείς κι αυτή όλο του χαμογελούσε και κοιταζόντουσαν σα βλαμμένοι και γελούσανε μοναχοί τους και μετά ο μπαμπάς μου έκλεινε την πόρτα του δωματίου και δεν βλέπαμε τι κάνανε και μια φορά ο αδελφός μου είπε να κοιτάξουμε από την κλειδαρότρυπα αλλά εγώ του είπα α να χαθείς βλαμμένο εγώ δεν κοιτάω και δεν κοίταξε ούτ' αυτός. 
Τον μπαμπά μου δεν τον έπιανε τίποτα εκτός από αυτή τη μανία να προσέχει τη μαμά μου να αναπαυθεί και να τη χαϊδολογάει όλη την ώρα και να της κουβαλάει φρέζιες που της αρέσανε πολύ της μαμάς μας και τούλεγε Γιώργο μου σ' ευχαριστώ και Γιώργο μου είσαι θησαυρός ανεκτίμητος και τέτοιες αηδίες που καθόλου δεν μας αρέσανε εμάς αλλά αυτωνών τους άρεσε φαίνεται .
                     
Τον αδελφό μου που γενικά ήτανε βλαμμένο όπως σας έχω ξαναπεί αλλά πολύ τον αγαπούσα τον έπιανε μια αλλεργία από κάτι λεύκες που είχαμε στο δρόμο μας και γεμίζανε κάτι παλιοχνούδια που πετάγανε και γεμίζανε όλο τον τόπο και όλο φταρνιζότανε αυτός μέρα νύχτα και του έβραζε η Μαριέττα μας ευκάλυπτο να κάνει λέει εισπνοές να ξεβουλώνει η μύτη του που έκανε σαν καραμούτζα όπως έλεγε ο θείος Αριστοτέλης και όλοι τον κοροϊδεύανε τον αδελφό μου και του λέγανε να πάει στη Φιλαρμονική να παίζει καραμούτζα τζάμπα.  
Εμένα με έπιανε η μανία του ποδήλατου και ήθελα να κάνω όλη την ώρα και έπαιζα με το Μίμη και τη Ρίτσα απέναντι και κάναμε κόντρες με τα ποδήλατα και τρώγαμε τα μούτρα μας κάτω στη γωνία της Παλαμά και σβαρνίζαμε χάμω και κυλιόμαστε σαν τα γουρούνια στον κήπο και περνάγαμε πάρα πολύ ωραία και μετά με έχωνε η Μαριέττα μας στο λουτρό και με ξεβρώμιζε με τις ώρες και η γιαγιά μου η Κασσιανή σταυροκοπιότανε κι έλεγε Βαγγελίστρα μου κορίτσι είναι τούτο να σβαρνίζεται με τα ποδήλατα κι εγώ της έλεγα ναι μωρέ κορίτσι είμαι κι αυτή μου έλεγε να δούμε ποιός θα σε πάρει εσένα και τότε εγώ έτρεχα με τις σαπουνάδες στη μαμά μου που αναπαυόταν και της έλεγα αυτήηηηη μου λέεεειιιιιι ότι δεν θα με πάρειιιιιιιιιιι κανέεεεεναααααςςςς κι εκείνη γελούσε και φώναζε Μαριέττα σκούπισε το παιδί που στάζει μην κρυώσει ....
Και ποτέ δεν μου έδωσε απάντηση αν θα με πάρει κανένας !!!!!!!!!!



Kαλό μας Απρίλη φιλαράκια μου  !!!