Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Το προξενειό της Ελενίτσας




Η εξαδέλφη Ελενίτσα ήταν σαν τον σκύλο που χάσαμε που λένε κάτω στο λιμάνι του Πειραιά. Με άλλα λόγια είχε τα χάλια της η κακομοίρα, αλλά είχε ένα μέγιστο προσόν. Διέθετε σημαντική προίκα.
"Το βιο παντρεύει το στοιχειό" έλεγε με νόημα η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν την χώνευε την Ελενίτσα, γιατί ήταν από το σόι της μάνας μου δηλαδή της νύφης της και ως γνωστόν ποια πεθερά χωνεύει τη νύφη και κατ' επέκταση το σόι της νύφης της; 
Οι ευτυχείς γονείς της Ελενίτσας η θεία Μερόπη και ο θείος Ευλάμπιος που την είχαν μοναχοκόρη, αφού πρώτα την έταξαν στην Παναγία τη Γιάτρισσα να την κάνει καλά από την απίστευτη ασχήμεια της και καμμιά βελτίωση δεν είδαν, αποφάσισαν να την στείλουν στα ινστιτούτα καλλονής να την μπογιατίσουν, να την καλαφατίσουν, να την μερεμετίσουν για να φαίνεται κοπέλλα τέλος πάντων.
Κάτι έγινε, βγάλε φρύδια, βάψε μαλλί, κάνε μάσκες, ρίξε 2-3 κιλά, βάλτε κορσέ, κάνε κάτι μικροπλαστικές σώθηκε το μοντέλο και βγήκε σουλουπωμένο το κακόμοιρο το κορίτσι που κατά τα άλλα είχε μια καρδούλα περιστεριού, έτοιμη να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή όταν είδε την Ελενίτσα μετά τη γενική επισκευή έκανε απλώς ένα "ααααααα" και μετά ένα "μμμμμμ" και στράβωσε τα μούτρα της όπως κάθε φορά που την έπιανε η αναποδιά της, αλλά δεν της δώσαμε και πολύ σημασία γιατί είχαμε μπει πια στη εφηβεία, ο αδελφός μου κι εγώ, και είχαμε άλλες σκασίλες τώρα, δικές μας.
Κάπου εκεί στα δεκαέξι μας ήρθε η είδηση στο σπίτι ότι συζητείται προξενιό για την Ελενίτσα που, αφού την είχαν σοβαντίσει και σουλουπώσει, ήταν έτοιμη πλέον να παίξει το ρόλο της μητέρας και συζύγου του ευτυχή που θα είχε το θάρρος να την κάνει μητέρα. 
Δεν ξέρω γιατί αλλά όλα τα προξενιά γίνονταν Κυριακή που ήταν γενικώς μια πολύ αντιπαθητική μέρα, όπως έχουμε ξαναπεί, γιατί το πρωί πηγαίναμε υποχρεωτικά στην εκκλησία, το μεσημέρι τρώγαμε με διάφορους συγγενείς μας που βαριόμαστε αφόρητα και το βράδυ έπρεπε να κοιμηθούμε νωρίς γιατί είχαμε σχολείο την άλλη μέρα. 
Εκείνη την Κυριακή λοιπόν, απόγευμα κατά τις τέσσερεις, ήρθε στο σπίτι μας η εξαδέλφη Ελενίτσα με τους γονείς της και τα καλά της. Μαλλί, νύχι, αποτρίχωση όλα στην εντέλεια. Ο θείος Ευλάμπιος φύσαγε, ξεφύσαγε, η θεία Μερόπη αεριζότανε με τη βεντάλια της χειμώνα καιρό, η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε βάλει το καλό μπλε φουστάνι της και είχε πάρει το γνωστό ύφος Βούδα που λέγαμε με τον αδελφό μου, η μάνα μου τακτοποιούσε τα φοντάν στην καλή φοντανιέρα που βγάζαμε στους ξένους και ο πατέρας μου ξερόβηχε γιατί είχε αποφασίσει να βγάλει λόγο σ' αυτό το προξενειό.
Προξενήτρα φυσικά ήταν η θεία Μαρίκα του θείου Αριστοτέλη, που αφού είχε παντρολογήσει κόσμο και λαό με επιτυχία, είχε αποκτήσει φήμη στο είδος της και είχε επιδοθεί στην ανεύρεση του κατάλληλου γαμπρού και για την Ελενίτσα με μεγάλο ζήλο και ευσυνειδησία και θριαμβευτικά μας είχε ανακοινώσει ότι είχε βρει "έναν εξαίρετο νέο από σπίτι". Αυτό το "από σπίτι" ήταν πλεονασμός γιατί όλοι οι γνωστοί μας από σπίτι ήταν και δεν είχαμε δει κανέναν να είναι ας πούμε από κατασκήνωση. 
Με τον αδερφό μου μας είχε φάει η περιέργεια να τον δούμε αυτό τον "εξαίρετο νέο από σπίτι, πολλά υποσχόμενο, σπουδάσαντα εν Ευρώπη" που λέγανε και ξαναλέγανε και είχαμε αρχίσει κιόλας να μην τον χωνεύουμε καθόλου γιατί πολύ μας έδιναν στα νεύρα όλ' αυτά. Κάναμε και τους καμπόσους ότι εμείς δε θα βγούμε καθόλου στο προξενειό αλλά ετοιμαστήκαμε από τους πρώτους και πήραμε θέση στον καναπέ.
Στις πέντε ακριβώς κατέφθασε ο "πολλά υποσχόμενος σπουδάσας εν Ευρώπη" με τους γονείς του και μία τεράστια ακαθόριστη γλάστρα. Δηλαδή πρώτα μπήκε η γλάστρα και πίσω ο εξαίρετος νέος. Γίνανε οι συστάσεις, πέσανε χειροφιλήματα στις κυρίες και η θεία Μαρίκα ήταν στις δόξες της διότι έβλεπε κιόλας μπροστά της το Ησαϊα χόρευε του ζεύγους και θα σκεπτόταν την τουαλέτα που θα έραβε για το γάμο.
Ακτινογραφία του βγάλαμε του "πολλά υποσχόμενου" και ξυνίσαμε τα μούτρα μας με τον αδελφό μου με αξιοθαύμαστο συγχρονισμό. Ο νέος ήταν και ξερόλας και σφιγμένος. Μάτι λίγο τρελλό που ξέφευγε λίγο δεξιά λίγο αριστερά. Νευρασθενικός. 
Το όνομα αυτού Ιάκωβος Γαβριήλ Ρομπόλης. Και Ιάκωβος και Γαβριήλ μας διευκρίνισε πολύ εκνευριστικά και χωρίς να ρίξει ούτε ματιά στην εξαδέλφη Ελενίτσα άρχισε να μας εξηγεί πόσο σύντομα πήρε το πρώτο του πτυχίο και μετά το δεύτερο, ποιούς γνωρίζει από τον πολιτικό κόσμο, πόσο χρειάζεται η πολιτική νέους σ' αυτόν, πόσο σπουδαίο μέλλον έχει.

Ελεγε, έλεγε και τελειωμό δεν είχε. Η Ελενίτσα τον κοίταγε με το ήρεμο βλέμμα της απογοητευμένης αγελάδας, η μάνα του με λατρεία, ο πατέρας του με θαυμασμό, η θεία Μερόπη σταυροκοπιότανε κρυφά, ο θείος Ευλάμπιος συνέχιζε να φυσάει και να ξεφυσάει, η μάνα μου κοίταγε εμάς μην πετάξουμε καμμιά κοτσάνα, ο πατέρας μου είχε εκνευριστεί και η προξενήτρα θεία Μαρίκα χαμογελούσε με συγκατάβαση στον "εξαίρετο νέο" που μας είχε πρήξει με τις χάρες και τα ταλέντα του και με δεξιοτεχνία αληθινής επαγγελματία τον διέκοψε αρχίζοντας να απαριθμεί την περιουσία του θείου Ευλάμπιου που θα έπαιρνε προίκα η Ελενίτσα. Η μάνα του εξαίρετου έχωσε τη μισή πάστα αμυγδάλου στο στόμα της από τη χαρά της που θα έπαιρνε ο γιός της τέτοια νύφη και την κατάπιε αμάσητη.
Η γιαγιά μου η Κασσιανή που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε να τον παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή, ξερόβηξε απαλά και είπε: 
"Με συγχωρείτε.."
"Παρακαλώ" απάντησε ο πολλά υποσχόμενος νέος με χαμόγελο Κολγκέητ. 
"Πού εργάζεστε; " συνέχισε αμείλικτη η γιαγιά μου η Κασσιανή κοιτώντας τον κατάματα όπως εμάς όταν μας έκανε ανάκριση τρίτου βαθμού για το ποιος έσπασε το τζάμι του υπογείου που βρισκόταν σπασμένο τουλάχιστον 4 φορές το μήνα.
"Ξέρετε αναμένω θέσιν..." άρχισε να τραυλίζει ο εξαίρετος.
"Ααααα, σας έχουν υποσχεθεί κάποιαν θέσιν, υψηλή ασφαλώς, ανάλογη των προσόντων σας, υποθέτω" είπε το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλοι αρχίσαμε να την κοιτάμε με αγωνία γιατί καταλάβαμε ότι ο ταλαίπωρος είχε πέσει στη δυσμένειά της και αλλοίμονό του. 
"Ναι, βεβαίως ανάλογη με τα προσόντα μου, απαραιτήτως υψηλή βεβαίως. Εχω μέλλον..."συνέχισε το βιολί του ο πολλά υποσχόμενος εξαίρετος νέος.
"Σας το εύχομαι νέε μου, αλλά δυστυχώς δεν βλέπω να έχετε παρόν αφού δεν εργάζεστε. Πώς καλύπτετε τα έξοδά σας; " συνέχισε ακάθεκτη η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν την κράταγε ούτε ένα σύνταγμα πεζικού και είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους εργαζόμενους ανθρώπους. 
"Ξέρετε κυρία μου..." ψέλλισε ο δυστυχής που είχε γίνει μωβ και τον είχαν πιάσει τρία τικ. Ενα στο μάτι, ένα στο πόδι κι ένα στην πλάτη. Νοιώσαμε αμέσως να τον συμπονούμε. 
"Ξέρω νέε μου, ξέρω. Τα έξοδά σας καλύπτει η οικογένειά σας ακόμα, είναι σαφές. Και θα τα καλύπτει μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη υψηλή θέσις η ανάλογη των προσόντων σας" είπε με φούρια η γιαγιά μου η Κασσιανή και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της. "Με συγχωρείτε"δήλωσε πολύ επίσημα,"θα αποσυρθώ" και απεσύρθη το τέρας αδιαφορώντας παντελώς για τον εξαίρετο και πολλά υποσχόμενο που έμεινε με το στόμα ανοιχτό και με σκούνταγε ο αδερφός μου να δω ένα δόντι χρυσό που φάνηκε. Ο πατέρας του εξαίρετου ανασηκώθηκε από ευγένεια να περάσει από μπροστά του το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή που έκανε θεαματική έξοδο από τη σκηνή αφήνοντας να πλανάται στον αέρα "καλό βλάκα βρήκατε για το κοριτσάκι" και αγριοκοιτώντας την προξενήτρα θεία Μαρίκα. 
Μετά την απόσυρση της γιαγιάς μου της Κασσιανής έπεσε βαθειά σιωπή στο παλιό μας δάσος πούλεγε και ο Πουλόπουλος στο τραγούδι που μας άρεσε. Μόνο το τικ τακ του κούκου ακουγόταν από το χωλ και το χριτς χρατς από τα παπούτσια του θείου Ευλάμπιου που άμα εκνευριζόταν το πάθαινε αυτό, νευρίαζαν και τα παπούτσια του φαίνεται.
Στη συνέχεια έγινε κάτι αξιοθαύμαστο που ποτέ δεν καταλάβαμε. Αποσύρθηκαν με τη σειρά όλοι. Αποσύρθηκε η προξενήτρα θεία Μαρίκα που θυμήθηκε ότι είχε μία ξαφνική δουλειά που είχε αφήσει στη μέση, αποσύρθηκε ο πατέρας μου που κρατιότανε με το ζόρι να μη γελάσει και έτσι γλυτώσαμε το λόγο που θα έβγαζε, αποσύρθηκε ο αδελφός μου που βαριότανε και χασμουριότανε.
Αμέσως μετά αποσύρθηκε και η εξαδέλφη Ελενίτσα δηλώνοντας σοβαρά σοβαρά για να μη χαλάσει το μέικ απ "δεν μου αρέσει αυτός ο γαμπρός, να μου φέρετε άλλον" μέσα στα μούτρα του γαμπρού και το προξενειό κουτρουβάλιασε άδοξα στις σκάλες.
Εν συνεχεία με τον αδερφό μου ήπιαμε μόνοι μας όλα τα ποτά που είχαν μείνει στα ποτήρια αφού κανένας δεν μας έβλεπε και αρχίσαμε να λέμε κάτι τρέλλες για νύφες και γαμπρούς δικαιώνοντας απολύτως τη γιαγιά μου την Κασσιανή που ξεφώνιζε "άντε να χαθούνε κι εδώ που ήρθανε, μου ματιάσανε τα παιδιά, αλλά τέλος πάντων φέρανε κι αυτή την ωραία γλάστρα και μας έλειπε μία τέτοια για το κεφαλόσκαλο".

Αργότερα η εξαδέλφη Ελενίτσα βρήκε μόνη της έναν γαμπρό που της άρεσε με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά και έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.
Οσο για τον πολλά υποσχόμενο εξαίρετο νέο δεν μάθαμε ποτέ τίποτα. 

1 σχόλιο:

  1. Θαυμάσια αφήγηση, οι χαρακτήρες και το σκηνικό αναδύονται και ξεδιπλώνονται μέσα από κάθε λέξη και φράση, το χιούμορ λεπτό, φίνο, η γιαγιά Κασσιανή τρομερή κι ο... γαμβρός μου έφερε στο μυαλό τον "Θανασάκη τον πολιτευόμενο"!...
    Συγχαρητήρια και αναμένω εναγωνίως περισσότερα κείμενα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Καλώς ήρθατε !