Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Τις Κυριακές να τις κρατάς παιδάκι μου



Τις Κυριακές να τις κρατάς παιδάκι μου, έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.
"Από πού να τις κρατάω;" ρώταγα κάθε φορά που την άκουγα και συγχιζόταν τόσο που αμέσως έπαιρνε το χάπι για την πίεση.
Αυτό το παιδί ή χαζό είναι ή έχει βαλθεί να με σκάσει Παναγία μου, έλεγε μέσα από τα δόντια της και σταυροκοπιόταν, με έταζε στην Παναγία της Τήνου και σε όποια άλλη ήξερε κι έφτυνε στον κόρφο της. Κι αυτό δεν το καταλάβαινα, γιατί να φτύνει στον κόρφο της γριά γυναίκα, αλλά τώρα ξέρω ότι μάλλον φοβόταν μήπως είναι κολλητική η χαζομάρα μου και πάρει κι αυτή καμμιά δόση στα γεράματά της.
Κι άρχιζε πάλι το βιολί της για τη χρησιμότητα της Κυριακής στην ανάπαυση του ανθρώπου που όπως ο Θεός εργάστηκε 6 ημέρες και την εβδόμη αναπαύτηκε έτσι και ο άνθρωπος πρέπει την έβδομη μέρα δηλαδή την Κυριακή να αναπαύεται.
Οταν τα άκουγα αυτά μ' έπιανε ένας τρόμος ανεξήγητος. Πάσχιζα να καταλάβω τι δουλειά είχε κάνει ο Θεός επί έξι μέρες κι όσο μου εξηγούσαν ότι έφτιαξε όλο τον κόσμο σε 6 μέρες και μετά καθόοοοοοτανε, θαύμαζα που κοτζάμ Θεός ήθελε να φτιάξει όλο τον κόσμο κι έλεγα από μέσα μου αφού μια χαρά ήτανε μόνος του στο σύμπαν και τι τα ήθελε τα βάσανα.
Εκεί στην εφηβεία άρχισα να λέω πάλι μέσα μου, ότι δεν μπορεί ο Θεός θα είναι μεγάλη μαζόχα να τα έχει όλα τέλεια γύρω του και να φτιάξει όλους εμάς να τον πρήζουμε κάθε μέρα.
Αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή συνέχιζε το τροπάριό της για την Κυριακάτικη σχόλη και πολύ της άρεσε και η Βουγιουκλάκη στην Κόρη μου τη Σοσιαλίστρια που πάει εκδρομή, η καλή πλούσια τους καλούς φτωχούς εργάτες της με το φορτηγό για μπάνιο και τραγουδάει "Κυριακή γιορτή και σχόλη νάταν η βδομάδα όλη ..." και δώστου ν' ανεμίζει το μαλλί.. Ειδικά εκεί που όλοι παρακαλάγανε τον Παπαμιχαήλ να πάει στην εκδρομή μαζί τους κι αυτός έκανε νάζια και στο τέλος πέταγε τη φοβερή ατάκα "αφήστε με ρε παιδιά, δεν έχω κάνει και το κουμάντο μου" η γιαγιά μου η Κασσιανή κλασσικά το ίδιο "άντε βρε κερατά" και έσκαγε χαμόγελο με νόημα που δεν καταλαβαίναμε ο αδελφός μου κι εγώ αλλά δεν μας ένοιαζε καθόλου.
Τελικά αυτές οι Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής δεν ήτανε καθόλου χαλαρές, ούτε αναπαυτικές. Πρώτα πρώτα γιατί έπρεπε να σηκωθούμε πρωί να εκκλησιαστούμε ανελλιπώς γιατί μας έπαιρνε και μας σήκωνε αν δεν το κάναμε. Μετά, με τα καλά μας ρούχα, έπρεπε να γυρίσουμε στο σπίτι και να ξεκινήσουμε την ιεροτελεστία του κυριακάτικου φαγητού εναλλάξ μια Κυριακή κοκκινιστό με μακαρόνια, μια Κυριακή αρνί στο φούρνο με πατάτες και τούμπαλιν.
Ο μπαμπάς μου γραβατωμένος, η μαμά μου με μαλλί ταψί από το κομμωτήριο που πήγαινε τα Σάββατα.
Κλασσικά καθόμαστε στο τραπέζι, η γιαγιά Κασσιανή με το ατσαλάκωτο μπλε φουστάνι της και η άλλη μου γιαγιά από τη μάνα μου που ήταν αγία γυναίκα και τη λέγανε Χέλγκα γιατί ήταν Γερμανίδα και την είχε αγαπήσει ο παππούς μου στη Ρόδο προ αμνημονεύτων ετών, ο μπαμπάς γραβατωμένος και η μαμά με το ταψί στο κεφάλι, ο αδελφός μου που πάντα ήμασταν τσακωμένοι όταν καθόμαστε στο τραπέζι για χιλιάδες λόγους από τους οποίους δεν θυμάμαι κανένα, η θεία Ελένη και ο θείος Δημήτρης που εκτός από το κουτί με τις πάστες έφερναν μαζί τους και τα δυο πολυαγαπημένα μας ξαδέλφια που μονίμως κλωτσιόμαστε κάτω από το τραπέζι και μας έδερναν οι μανάδες μας γιατί κάναμε -συν τοις άλλοις - και ψίχουλα.
Αυτό το - συν τοις άλλοις - ποτέ δεν το κατάλαβα και κανένας δεν μου το εξηγούσε.
Το χειρότερο είναι που μας κρεμάγανε κάτι τεράστιες πετσέτες στο λαιμό για να μη λερώσουμε τα κυριακάτικά μας ρούχα και είμαστε τόσο γελοίοι που ποτέ δεν μιλάγαμε γι΄αυτό στους φίλους μας έξω από το σπίτι, γιατί ντρεπόμαστε για τα χάλια μας, τυλιγμένοι στις άσπρες πετσέτες σαν τα μαμόθρεφτα.

                     

Κι αφού ρημαδοτρώγαμε όσο πιο προσεκτικά γινόταν, μετά τρώγαμε υποχρεωτικά το φρούτο και υποχρεωτικά αποπάνω και το γλυκό κι ενώ λαχταρούσαμε να πάμε να παίξουμε με τα ξαδέλφια οι μανάδες μας αγριοκοίταγαν μην τυχόν τολμήσουμε να κουνηθούμε από το τραπέζι γιατί ήταν μεγάλη αγένεια να διακόψουμε την ιεροτελεστία αυτή.
Οταν καμμιά ώρα τέλειωναν οι μεγάλοι και θέλανε να πούνε τα δικά τους μας άφηναν επιτέλους να πάμε στο δωμάτιό μας, αλλά πάλι προσοχή να μη λερωθείτε και τα λοιπά. Κι έλεγα μέσα μου πώς να λερωθούμε αφού όλα είναι πεντακάθαρα αλλά έμαθα να μην εξωτερικεύω τις σκέψεις μου κι έλεγα πάντα "ναι μαμά" τρέχοντας να προλάβω τους άλλους που μαλλιοτραβιόντουσαν ήδη στο δωμάτιό μας.
Εκεί κατά τις 6 το απόγευμα το χαρωπό αυτό γεγονός της Κυριακάτικης σύναξης έπαιρνε τέλος κι άρχιζε το μαρτύριο της προετοιμασίας της σχολικής τσάντας για τη Δευτέρα, γιατί έπρεπε να κοιμηθούμε και νωρίς να μην έχουμε καθυστερήσεις στην πρωϊνή έγερση. 
......................................................................................................................................                              
Ούτε κινητά, ούτε facebook, ούτε ιστολόγια υπήρχαν. Μόνο μια τρελλαμένη γάτα στην απέναντι ταράτσα έκοβε βόλτες και μ' έπιανε λύσσα πότε να μεγαλώσω να παίρνω τους δρόμους σαν κι αυτήν χωρίς την πετσέτα στο λαιμό και τη γιαγιά μου την Κασσιανή να με κυνηγάει να γίνω καλό παιδί, γιατί θα έρθει ο δράκος να με φάει αν δεν γίνω........


Ολα στο ροζ και σιέλ όνειρο της παιδικότητάς μας που τότε δεν ήξερα πόσο θα το νοσταλγήσω ..
Και κάθε Κυριακή να ονειρεύομαι εκείνες τι παλιές, τις παραμυθένιες Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής που τόσο με σύγχιζαν και τόσο τις αγαπούσα !!!

1 σχόλιο:

  1. Τελικά... με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τις "κράτησες" τις Κυριακές!...

    Εκτός από την εξαιρετκή διήγηση, εντύπωση μου έκανε η επιλογή της "ζωγραφιάς" με το γιορτινό τραπέζι! (Πρόλαβα κι εγώ τα λευκώματα όπου κολλούσαμε "ζωγραφιές", πριν την εισβολή των αυτοκόλλητων!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Καλώς ήρθατε !