Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Βρε πότε τον κάνανε άγιο τον Ροδόλφο ...Βαλεντίνο;


-Βρε, έρως εστί ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα, δεν είναι παίξε γέλασε, ούτε οι γδυτές με τα μπανιερά θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, ξεφώνιζε η γιαγιά μου η Κασσιανή λες και ήμασταν όλοι κουφοί στο σαλόνι της θείας Αμαλίας όπου γινότανε συζήτηση "περί έρωτος" εκείνο το απόγευμα Τρίτης που δεχόταν η θεία Αμαλία.
Η θεία Αμαλία ήταν η γυναίκα του θείου Γιωργίκου και μας είχε καλέσει για τσάι μαζί με κάτι άλλες κυρίες φίλες της, δηλαδή τη μάνα μου και τη γιαγιά μου την Κασσιανή είχε καλέσει αλλά αυτές είχανε πάρει κι εμένα μαζί που ήμουνα κορίτσι γιατί μάλλον τα κορίτσια πρέπει να πίνουνε τσάι και κάτι τέτοια που μου αρέσανε πολύ γιατί τότε είχα πάθει αυτή την αρρώστια που τη λένε εφηβεία και πήγαινα στην πρώτη γυμνασίου "εεεε κοπέλλα πια" που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τι θα πει "εεεε κοπέλλα" και το λεξικό δεν το έλεγε.
Τέλος πάντων η θεία Αμαλία που ήτανε η γυναίκα του θείου Γιωργίκου που ήτανε ανηψιός της γιαγιάς μου της Κασσιανής είχε πάει στο Παρίσι κι όταν γύρισε κουβάλησε μαζί της και μια καινούργια μόδα που τη λέγανε Αγιο Βαλεντίνο που άρεσε λέει τότε στο Παρίσι πάρα πολύ. Αυτή η μόδα κι εμάς μας άρεσε πάρα πολύ γιατί ήτανε όλο καρδούλες κόκκινες σαν τα καινούργια κοκκαλάκια που μου είχε πάρει η μαμά μου και κάτι αρκουδάκια γλυκούλια, τούρτες και χρυσόχαρτα και λουλουδάκια και μας είχε πιάσει ένα αμόκ και θέλαμε να γίνουμε βαλεντινάκια όπως λέγαμε με τις φίλες μου στο σχολείο και με τον αδερφό μου και τους φίλους του που αυτοί ήταν πια "εεεε ολόκληρα παλικάρια" όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.


Ετσι λοιπόν ήμασταν πολύ χαρούμενοι γιαυτή την καινούργια μόδα που έφερε η θεία Αμαλία από το Παρίσι και πολύ την αγαπούσαμε τη θεία Αμαλία με τη τέλεια γιορτή που χορεύαμε το Ο Μάμυ Μπλου και δεν έμοιαζε με αυτές τις βλάχικες γιορτές που φοράγαμε με το ζόρι φουστανέλλες και μακρυά φουστάνια στο σχολείο και πότε χορεύαμε το χορό του Ζαλόγγου κι έπρεπε λέει να κάνουμε ότι πέφτουμε από κάτι γκρεμούς αλλά δεν πέφταμε στ' αλήθεια και πότε χορεύαμε τσάμικο και κάναμε τα αγόρια και πάρα πολύ ντρεπόμαστε με όλα αυτά και δεν θέλαμε ούτε την τύχη μας να δούμε ζωγραφιστή που λέει ο λόγος γιατί είχαμε όλοι μαζί αυτή την αρρώστια την εφηβεία που είπαμε.
Εμάς βέβαια πολύ μας άρεσε αυτή η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου αλλά το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε μάλλον συγχιστεί όμως δεν ήθελε να το δείξει μπροστά σε τόσες ωραίες κυρίες που πίνανε το τσάι της θείας Αμαλίας αλλά δεν μπορούσε κιόλας να μη μιλήσει γιατί δεν μπορούσε να σκάσει με τίποτα όπως έλεγε μια μέρα που είχε θυμώσει η μάνα μου που ήτανε νύφη της και είχα καταλάβει ότι πεθερά και νύφη ήταν κάτι σαν ακανθόχοιρος που λέγαμε στο σχολείο.
Κι έτσι επειδή η γιαγιά μου η Κασσιανή δεν μπορούσε να σκάσει με τίποτα γενικώς πετάχτηκε και είπε σοβαρά σοβαρά και κόλλησε και τα γυαλιά της στη μύτη της όπως έκανε άμα ήθελε να πει κάτι πολύ σπουδαίο : "Εγώ κυρίες μου έχω σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσον πρέπει να εορτάζεται ο μακαρίτης ο Ροδόλφος Βαλεντίνο ως άγιος επειδή άρεσε τόσο πολύ σε μας στις γυναίκες και κάποιες πάθαιναν υστερία που τον έβλεπαν, δε λέω ωραιότατος άνδρας ήτο και πέθανε νεότατος ο καϋμένος, αλλά να τον κάνουμε και άγιο να τον λατρεύουμε κιόλας μεγάλη υπερβολή μου φαίνεται Αμαλία μου και να με συγχωρείς."

Βαθειά σιωπή έπεσε στο σαλόνι της θείας Αμαλίας και καμμιά από τις κυρίες  δεν μίλαγε κι εγώ ήθελα να πω "εμένα μ' αρέσει καλέ ο άγιος αυτός πάει και με τα κοκκαλάκια μου" αλλά δεν τόπα γιατί έπρεπε να κάτσω "κυρία" όπως μου είχανε πει όταν φύγαμε από το σπίτι.
Και ενώ είχανε μουγκαθεί όλες οι κυρίες η γιαγιά μου η Κασσιανή ξαχούλευε την τσάντα της κι έβγαλε την καφέ ατζέντα της που είχε πληροφορίες που δεν τις βρίσκαμε με τον αδερφό μου ούτε στην εγκυκλοπαίδεια Ηλιος. Και, συνέχισε ακάθεκτη "και δηλαδή τώρα στις 14 Φεβρουαρίου θα αλλάξουμε το εορτολόγιο της Ορθοδόξου ημών πίστεως και δεν θα είναι πλέον δηλαδή Αυξεντίου, Αβραάμ και Μάρωνος οσίου, Γεωργίου νεομάρτυρος του ράπτου εκ Μυτιλήνης, αλλά θα είναι του αγίου Ροδόλφου Βαλεντίνο;"
Σ' αυτή την απορία καμμιά κυρία δεν μπορούσε να απαντήσει γιατί αυτός ο άγιος ήτανε πολύ φρέσκος στην Ελλάδα και όσες δεν είχανε πάει στο Παρίσι δεν τον ξέρανε τότε και δεν θέλανε να δείξουνε κιόλας ότι ήτανε βλάχες και άσχετες με τη νέα μόδα κι έτσι την κοιτάγανε όλες με γουρλωμένα μάτια  και με το τσιζ κέηκ του Βάρσου στο στόμα, μαζί και η μάνα μου που ήτανε δασκάλα και ήξερε όλα τα θρησκευτικά αλλά της άρεσε πολύ και ο Αγιος Βαλεντίνος γιατί άμα γιορτάζαμε κι αυτό τον άγιο σίγουρα ο μπαμπάς μου θα της έφερνε κόκκινα τριαντάφυλλα την ημέρα αυτού του Αγίου γιατί ποτέ δεν της χάλαγε το χατήρι.
- Οχι μητέρα, δεν είναι ακριβώς έτσι, της είπε η μάνα μου μόλις κατάπιε το τσιζ κέηκ, θα εορτάζονται όλοι μαζί ας πούμε, θα συνυπάρχουν.
- Τι θα συνυπάρχουν βρε; απάντησε η γιαγιά μου η Κασσιανή ατρόμητη, θα συνυπάρχει δηλαδή ο άγιος Αυξέντιος και ο Αβραάμ και ο Μάρων ο όσιος, μεγάλη η χάρη τους, που πέρασαν του λιναριού τα πάθη οι καϋμένοι και έφαγαν την έρημο με το κουτάλι για να αγιάσουν μαζί με τον Ροδόλφο Βαλεντίνο που έκανε το γιο του σεϊχη και είχε το μάτι γλαρό; Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί παιδί μου; Την άμμο της ερήμου; Ασεβείς παιδί μου, ασεβείς. Ημαρτον Κύριε, συνέχιζε το τροπάριό της η γιαγιά μου η Κασσιανή και μετά έφτυσε στον κόρφο της και μας σταύρωνε στο μέτωπο εμένα και τη μάνα μου που καθόμαστε δίπλα της.
Τότε η θεία Αμαλία είπε "Σκέτος Αγιος Βαλεντίνος θεία μου, όχι Ροδόλφος" αλλά η γιαγιά μου έκανε πως δεν την άκουσε και της είπε "σε παρακαλώ Αμαλία μου ένα ποτηράκι νερό να πάρω το χάπι μου" και τότε η θεία Αμαλία πετάχτηκε σαν ελατήριο και είπε "αμέσως θεία μου να σας φέρω και μια πορτοκαλάδα να δροσιστείτε" και γύρισε σε λίγο με την κοπέλλα που είχανε στο σπίτι σαν τη δικιά μας τη Μαριέττα που κουβάλαγε ένα δίσκο με πορτοκαλάδες και νερά και πέσανε όλες οι κυρίες με τα μούτρα να πίνουνε να ξεχάσουνε τη γκρίνια της γιαγιάς μου της Κασσιανής και σίγουρα θα λέγανε από μέσα τους ποιός την είχε κουβαλήσει αυτή τη παλιόγρια που τους χάλαγε το τσάι και το Βαλεντίνο.
Σίγουρα θα τη λέγανε παλιόγρια τη γιαγιά μου την Κασσιανή αυτές οι κυρίες γιατί μια φορά είχα ακούσει κάτι άλλες φίλες της μαμάς μου να λένε ότι αυτές που πηγαίνανε σε τσάγια και άλλα πράγματα όπως το πινάκλ και τα χαλάγανε ήτανε παλιόγριες. Και δεν ήθελα να τη λένε παλιόγρια τη γιαγιά μου την Κασσιανή ούτε από μέσα τους ούτε από έξω τους αλλά εδώ που τα λέμε ήτανε λίγο γιατί κόντευε να το χαλάσει το τσάι της θείας Αμαλίας και τότε κλώτσησα με τρόπο τη μάνα μου και της έκανα νόημα με τα μάτια "ρεζίλι μας έκανε" αλλά η μάνα μου είχε πιάσει κουβέντα με την κυρία Παξιμάδη που καθότανε δίπλα της και δεν μου έδωσε σημασία.
-Εχω ακούσει πώς ο Αγιος Βαλεντίνος είναι ο προστάτης των ερωτευμένων, ξέρετε, είπε τότε μια κυρία που καθότανε απέναντι από τη γιαγιά μου την Κασσιανή. Η γιορτή αυτή είναι πολύ ωραία και πρέπει τέλος πάντων να τιμηθεί και ο έρως διότι είναι το ωραιότερο συναίσθημα και προφανώς όποιος δεν εκτιμά τον έρωτα δεν έχει αγαπήσει και ποτέ του, είπε και κοίταξε μοχθηρά τη γιαγιά μου την Κασσιανή.

Τότε η γιαγιά μου η Κασσιανή έγινε μάλλον πράσινη εκτός αν ήταν μπλε πετρόλ και δεν έβλεπα εγώ καθαρά που έτσι γινότανε άμα πάθαινε μεγάλη έκπληξη ή άμα της ερχότανε κεραμίδα όπως έλεγε αλλά εγώ δεν είδα κανένα κεραμίδι να της έρθει.
-Προστάτης των ερωτευμένων είναι; ρώτησε σιγά η γιαγιά μου η Κασσιανή την θεία Αμαλία.
-Ναι θεία μου, απάντησε μελιστάλαχτα αυτή που πάντα έτσι μίλαγε και έτσι είχε ξεμυαλίσει και το θείο Γιωργίκο και την παντρεύτηκε όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή.
-Ααααα, είπε πολύ σιγά η γιαγιά μου η Κασσιανή, δεν ήξερα, ξαναείπε και έβγαλε το ροζ μαντηλάκι της από την τσάντα της όπως έκανε κάθε φορά που διάβαζε εκείνο το βιβλίο που είχε στο κομοδίνο της το "Καρδία υπό πέτραν" κι εμείς την κοροϊδεύαμε που έκλαιγε αλλά δεν μας έλεγε γιατί.
Τότε εγώ νόμισα ότι η γιαγιά μου η Κασσιανή θα βάλει τα κλάματα γιατί είχε αρχίσει να στραβώνει το στόμα της και σίγουρα θα θυμήθηκε πάλι τον παππού μου που μας είχε πει δύο χιλιάδες φορές ότι ο μακαρίτης ο παππούς μας την "ηράσθη σφόδρα", τρεις χιλιάδες φορές "μακάρι όλοι οι έρωτες να ήταν σαν τον δικό μας" και δέκα χιλιάδες φορές "ο έρως είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα" σαν να μας έκανε μάθημε και τα είχαμε σκυλοβαρεθεί και τα είχαμε μάθει πια απέξω ο αδερφός κι εγώ αλλά δεν καταλαβαίναμε γρυ και μόνο τώρα που είχαμε αυτή την αρρώστια που τη λέγανε εφηβεία είχαμε αρχίσει να παθαίνουμε κάτι σαν ρίγος μόλις ακούγαμε τη λέξη "έρως".
-Ναι, μάλιστα ο Αγιος Βαλεντίνος είναι προστάτης των ερωτευμένων κυρία μου και φρονώ ότι πολύ καλά θα κάνουμε να τον εορτάζουμε και στην Ελλάδα και να τιμούμε τον έρωτα, το αγνότερον και ωραιότερον συναίσθημα, είπε πάλι η κυρία απέναντι από τη γιαγιά μου την Κασσιανή και την κοίταγε όπως κοίταγε η δασκάλα μου εμένα κάθε φορά που δεν ήξερα το μάθημά μου.
-Δεν λέω, ως προστάτης των ερωτευμένων ο μακαρίτης ο Ροδόλφος Βαλεντίνο ταιριάζει απόλυτα βεβαίως, ψυθίρισε η γιαγιά μου η Κασσιανή που φαινότανε να τα έχει χάσει τελείως κι εγώ έλεγα μέσα μου μπας κι έχει πάθει κανένα εγκεφαλικό αφού ούτε ξεφώνιζε ούτε κουνιότανε παρά μόνο στριφογύριζε το ροζ μαντηλάκι της στα δάχτυλά της.

Και τότε έγινε ένα αλλαλούμ όπου κάθε μια έλεγε ότι ήθελε. Η θεία Αμαλία έλεγε ότι δεν είναι ο Ροδόλφος Βαλεντίνο αυτός που γιορτάζουνε στο Παρίσι αλλά ένας άλλος, μία άλλη κυρία με κότσο μπανάνα ρώταγε τη διπλανή της αν υπάρχει κι άλλος Βαλεντίνο και αν έχει συγγένεια με τον ηθοποιό, η μαμά μου είπε είναι ένας άγιος της Καθολικής Εκκλησίας και την κοιτάγανε πολύ περίεργα δύο ξερακιανές που τις λέγανε "οι γεροντοκόρες" και μετά μία άλλη κυρία με παντελόνια είπε ότι όταν είχε πάει αυτή στο Παρίσι το 1966 είχανε επέτειο για τα 40 χρόνια από το θάνατο του Ροδόλφο Βαλεντίνο και ήτανε η πόλη γεμάτη φωτογραφίες του και μπαλόνια με καρδούλες κόκκινες και ο άνδρας της της είχε χαρίσει μια πολύ ωραία ετόλ βιζόν.
Και μιλάγανε όλες μαζί και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη τι ήτανε τελικά αυτός ο Αγιος Βαλεντίνος αλλά έλεγα από μέσα μου ότι μάλλον ήτανε ερωτευμένες κόκκινες καρδούλες και ερωτευμένα αρκουδάκια και ερωτευμένα λουλουδάκια που μου αρέσανε πολύ και στους φίλους μου αρέσανε. Και στο Μίμη που καθότανε απέναντι από το σπίτι και ήτανε πολύ ωραίο παιδί αρέσανε αυτά και ένα βράδυ που παίζαμε μου είπε ότι ήθελε να είναι ο Βαλεντίνος μου και στην αρχή χάρηκα πάρα πολύ και μετά του είπα "αστοδιάλο" γιατί μόλις είχα αρχίσει να αρρωσταίνω από την εφηβεία που λέγαμε και έλεγα άλλ' αντ' άλλων και νευρίαζα με όλα. .........


-Τελικά από κείνο το τσάι της θείας Αμαλίας φύγαμε κακήν κακώς, έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή την άλλη μέρα στη φίλη της την κυρία Μερόπη που ήρθε να πιούνε καφέ και εγώ έστησα τ' αυτί μου να ακούσω γιατί άμα μίλαγε η γιαγιά μου η Κασσιανή στην κυρία Μερόπη έλεγε πράγματα που δεν έλεγε και κανέναν άλλον. Φύγαμε που λες Μερόπη μου κακήν κακώς και εγώ είχα γίνει ράκος. Πήρα ασπιρίνη για να κοιμηθώ το βράδυ και σίγουρα έγινα ρεζίλι σε τόσες κυρίες και την πήρα την καϋμένη την Αμαλία από τα μούτρα και δεν έκανα υπομονή ν' ακούσω τι θα πει η κοπέλα που είχε πάει και στο Παρίσι και ήξερε πιο καλά αλλά πήρα φόρα, με ξέρεις τώρα εμένα, και έλεγα ένα σωρό ανοησίες ότι μ' αυτή τη νέα γιορτή που θέλουνε να φέρουνε στις 14 Φεβρουαρίου θα αλλάξουμε το εορτολόγιο της Ορθοδόξου ημών πίστεως και δεν θα είναι πλέον του Αυξεντίου, Αβραάμ και Μάρωνος οσίου και Γεωργίου νεομάρτυρος του ράπτου εκ Μυτιλήνης, αλλά θα είναι του αγίου Ροδόλφου Βαλεντίνο. Και με κοιτούσανε τόσες κυρίες με το στόμα ανοιχτό αλλά πού εγώ δεν έβγαζα το σκασμό να καταλάβω τι γινότανε τον νέο άγιο......Φαίνεται κάνανε άγιο τον μακαρίτη τον Ροδόλφο και είναι λέει προστάτης των ερωτευμένων...θυμάσαι βρε Μερόπη μου πόσο μας άρεσε τότε ο καϋμένος και ήτο ωραιότατος κι όταν πέθανε εσύ έπεσες του θανατά, το θυμάσαι Μερόπη μου;
-Ξεχνιούνται αυτά Κασσιανή μου; είπε η κυρία Μερόπη αναστενάζοντας. Και σένα όμως σου άρεσε θυμάσαι; ρώτησε τη γιαγιά μου την Κασσιανή
-Θυμάμαι και το ποίημα αυτό που είχε γράψει ο Ροδόλφος και κυκλοφόρησε σε ελεύθερη μετάφραση το 1922 πολύ της μόδας τότε...πώς το λέγανε καλέ...α ναι "Το λουλούδι της καρδιάς"..στάσου να δεις πώς είναι....ναι..ναι το θυμήθηκα :

"Ω ρόδον αξιολάτρευτον,
εις ποίον κρυμμένον κάλυκαν κείτεται του αληθινού μου έρωτος η τρυφερά καρδία;
Θεοί δεν σε ηράσθησαν, και ευλαβώς ενέσκυψαν προς σε χαρίζοντες πνοή και ευλογία;
Και εις θέσιν προεξέχουσα των ροδανθών σου κλώνων,
σπάνιον είδον κόσμημα υπέροχον πλην μόνον,
oμοίως ρομβινίω λαμπυρίζον,
το άνθος της καρδίας σου ανθίζον."

-Αχ βρε Κασσιανή μου τι μου θύμησες τώρα...εκείνον το δάσκαλο που με ήθελε τότε και μου άφηνε ανεμώνες στο παράθυρό μου κι εγώ τον κορόιδευα γιατί αγαπούσα τον Κίμωνά μου και δεν είχα μάτια γι' άλλον. Καλό παιδί ο καϋμένος ο δάσκαλος τελικά πήρε την Αντιγόνη με το διόροφο στη γωνία Αιολέων και Θερρικλειδών είπε η κυρία Μερόπη.
-Εμένα με αυτό το ποίημα με ξεμυάλισε ο Δημητράκης μου που ως λάτρης του κινηματογράφου το είχε μάθει απέξω και μου το έστειλε μ' ένα μπουκέτο γιασεμιά με την ξαδέλφη του τη Ντάντα που ήτανε φίλη μου. Τη θυμάσαι τη Ντάντα; Καλή κοπέλα πήρε εκείνο το δικαστικό το φαλακρό η καϋμένη και δεν κάνανε παιδιά συνέχισε η γιαγιά μου η Κασσιανή που όποτε μιλούσε για το Δημητράκη της δηλαδή τον παππού μου το Δημήτρη πάθαινε κάτι και μετά δεν μπορούσε να κοιμηθεί και σηκωνότανε τη νύχτα κι άναβε το καντήλι και λιβάνιζε και κοροϊδεύαμε εμείς οι μικροί γιατί λέγαμε πάλι θυμήθηκε τον παππού αυτή και θα μας κάνει λιβανιστούς όλη νύχτα.
-Καλέ την Ντάντα δεν θυμάμαι με την ωραία φωνή; έλεγε η κυρία Μερόπη. Δεν θυμάσαι στους αρραβώνες σου που τραγούδησε η Ντάντα και μετά πήγε και τη ζήτησε ο δικαστικός που ξετρελλάθηκε με τη φωνή της; Τι ωραία χρόνια Κασσιανή μου......
-Αστα Μερόπη μου, μουρμούραγε η γιαγιά μου η Κασσιανή,  κι έγινα ρεζίλι που λες σίγουρα στις ξένες γυναίκες εκεί στο τσάι της καϋμένης της Αμαλίας που δεν με ξέρανε κιόλας και θα λέγανε από μέσα τους "τι παλιόγρια είν' αυτή που δεν εκτιμά τον έρωτα" και θα λέγανε κιόλας πώς δεν ήξερα από έρωτα εγώ...ποια εγώ... εγώ που κατέβηκα απ' την ανεμόσκαλα να πάω να βρω το Δημητράκη μου που με περίμενε στου Φιλοπάππου όταν κοιμηθήκανε όλοι στο σπίτι και κόντευα να γκρεμοτσακιστώ και όταν με ζήτησε εκείνος ο μεγαλούτσικος ο δικηγόρος είπα "ποτέ πατέρα ...εγώ αγαπώ άλλον κι αν δεν τον πάρω θα πάρω βερονάλ" και παραλίγο να πάθει συγκοπή ο καϋμένος ο πατέρας μου και μετά έπεσα στο κρεββάτι κι έκανα την άρρωστη και έβηχα και φοβηθήκανε ότι έχω φθίση σαν την Πολυδούρη και τελικά δεχθήκανε να έρθει να με ζητήσει ο Δημητράκης μου και τον πήρα και ζήσαμε όλη τη ζωή σαν τα πιτσουνάκια...εμένα θα μου πούνε αυτές ότι δεν ξέρω από έρωτα....  αααααχχχχ τα μυαλά μου και μια λίρα μόνη μου έγινα ρεζίλι δεν τόκλεινα το στόμα μου παρά ήθελα να λέω για τους αγίους που γιορτάζουνε στις 14 Φεβρουαρίου και να κάνω την έξυπνη λες και πείραζε να γιορτάζουμε μαζί και τον άγιο Ροδόλφο Βαλεντίνο που ήτανε τι ωραίος άνδρας και μου είπε η νύφη μου ότι τον γιορτάζει η Καθολική Εκκλησία ως προστάτη των ερωτευμένων.

το περίφημο ταγκό του Ροδόλφου από την ταινία 
"Τhe four horsemen of the apocalypse" 1921

-Μπα τι λες βρε παιδί μου έτσι τον γιορτάζουνε τον καϋμένο τον Ροδόλφο ως προστάτη των ερωτευμένων ε; Μπράβο, πολύ καλά κάνουνε, μα  του άξιζε...πέθανε και τόσο νέος ο καϋμένος. Μπράβο, μπράβο, πολύ ωραία να τον θυμόμαστε στις 14 Φεβρουαρίου, είπε η κυρία Μερόπη που είχε καταβροχθίσει εν τω μεταξύ όση ώρα μίλαγε η γιαγιά μου μια πάστα αμυγδάλου και μετά μια σπανακόπιτα γιατί πάντα ανάποδα τα έτρωγε αυτή και κανένας δεν τη μάλωνε ενώ εμάς μας λέγανε πρώτα το φαϊ και μετά το γλυκό κι ο άδερφός μου έλεγε ότι στο ίδιο στομάχι πάνε αλλά κανένας δεν τον άκουγε.
Τότε κουράστηκα να στήνω το αυτί μου ν' ακούσω τι λέγανε η γιαγιά μου η Κασσιανή με την κυρία Μερόπη τη φίλη της και με πήρε ο ύπνος στο χαλί κι έτσι δεν άκουσα τι έγινε μετά και όταν ξύπνησα η κυρία Μερόπη είχε φύγει κι εμένα με πονούσε ο σβέρκος μου γιατί μάλλον είχα γίνει κουβάρι εκεί που είχα κρυφτεί γιατί μάλλον δεν χώραγα επειδή είχα γίνει "εεεε κοπέλα πια".

Ορθιος δεξιά ο παππούς μου ο Δημήτρης με τ' αδέλφια του.
Τελικά μετά από λίγα χρόνια το 1977 που ήμουνα πια 17 χρονών "κοτζάμ κοπέλα της παντρειάς" όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή φέρανε και στην Ελλάδα αυτή τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου που τη γιορτάζουμε από τότε μέχρι σήμερα στις 14 Φεβρουαρίου με κόκκινες καρδούλες, γούνινα αρκουδάκια, τουρτίτσες και λουλουδάκια και πολύ μας αρέσει γιατί όσοι είμαστε ερωτευμένοι γιορτάζουμε που είμαστε και όσοι δεν είμαστε ερωτευμένοι γιορτάζουμε για να μην καταλάβει κανείς ότι είμαστε μαγκούφηδες ψυχικώς.
Και πολύ καλά κάνανε αυτοί που φέρανε τη γιορτή και γιορτάζουμε πολύχρωμα, γλυκά και γούνινα όλοι εμείς ερωτευμένοι και μη και δεν άκουσα ποτέ να διαμαρτύρονται οι άλλοι άγιοι της ημέρας αυτής της Ορθοδόξου ημών πίστεως δηλαδή ο Αυξέντιος και ο Αβραάμ και ο όσιος Μάρων ούτε και ο νεομάρτυς Γεώργιος ο ράπτης εκ Μυτιλήνης.
Κι αν οι παραπάνω άγιοι έχουν κάποιο παράπονο από εμάς τους ασεβείς εκείνος που δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ που δεν τον κάνανε αυτόν προστάτη των ερωτευμένων όπως θα του ταίριαζε είναι ο καϋμένος ο αιώνιος γόης που συγκλόνιζε τις γυναίκες ο Ροδόλφος Βαλεντίνο με το γλαρό μάτι !!!



16 σχόλια:

  1. Καλά αυτή γιαγιά Κασσιανή ήταν τόσο καταπληκτική!!!!!!!!!! γέλασα πάλι τόσο πολύ.Να ξαναπώ για το γράψιμο σου? όχι δε θα πω γιατί μέ έχεις αφησει άφωνη πάλι.Να είσαι πάντα εσύ καλά να μας γράφεις για την αγαπημένη γιαγιά και εμείς για να σε διαβάζουμε.Φιλιά ,καλό βράδυ,καλή εβδομάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Neli μου όσο εσείς διαβάζετε τόσο εγώ θα γράφω...
      Αυτό το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή εύχομαι να γίνει γιαγιά ολωνών μας...είχε τόση αγάπη μέσα στην πληθωρικότητά της και τόσο χιούμορ που δεν μπορείς να φανταστείς !!
      Φιλιά και σε σένα και καλή βδομάδα !!

      Διαγραφή
  2. Άλλο ένα ταξίδι νοσταλγικό, τρυφερό, με χιούμορ αλλά και πολλή ευγένεια και σεβασμό στους ανθρώπους και τις εποχές που μας άφησαν (ή τις αφήσαμε;) αλλά έρχονται μπροστά μας χάρη σε μια χαρισματική πένα!

    Φιλιά πολλά! ❀~✿

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ιωάννα μου τι να πω εγώ για τις δικές σου ιστορίες τις τόσο ανθρώπινες, τρυφερές και βαθειά ανατομικές της ψυχής !!!
      Απλά σ' ευχαριστώ και χαίρομαι που βρεθήκαμε !!!
      Πολλά φιλιά κι από μένα
      Σόφη

      Διαγραφή
  3. Πολύ γέλιο!!Χαίρομαι που σε βρήκα!!Θα σε Παρακολουθώ!φιλάκια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώωωω
      Καλώς ήρθες, θα σε περιμένω
      Φιλάκια !!!

      Διαγραφή
  4. Καλά τί ταξίδι κι αυτό!!! Με έκανες να γέλασω, να συγκινηθώ, να απολαύσω την ανάρτησή σου από την αρχή μέχρι το τέλος!!!
    ΜΠΡΑΒΟΟΟ!!! -:)) Να είσαι καλά!
    Καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Κική μου !
      Παρακολουθώ κι εγώ με πολύ ενδιαφέρον το υπέροχο blog σου !!!!
      Σόφη

      Διαγραφή
  5. Πάρα πολύ όμορφη και συγκινητική για τα όμορφα χρόνια που πέρασαν! Σε ευχαριστώ πολύ που μοιράστηκες αυτές τις αναμνήσεις σου σχετικά με την ημέρα των ερωτευμένων! Σαν ερωτευμένη που είμαι την απόλαυσα!!

    Καλως σε βρήκα Κασσιανή μου! Να γράφεις πάντα έτσι όμορφα!

    Σε φιλώ γλυκά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και μόλις διάβασα οτι σε λένε Σόφη(αν κατάλαβα λάθος διόρθωσέ με)Είχα την εντύπωση πως είχες και το ίδιο όνομα με την γιαγιά σου (όπως συνηθίζεται)! :)

      Διαγραφή
  6. Μελένια μου καλημέρα σου
    Καλώς βρεθήκαμε !
    Σε διαβάζω κι εγώ και είσαι στ'αγαπημένα μου
    Αν ρίξεις μια ματιά στο blog θα βρεις κι άλλες χαριτωμενιές της γιαγιάς Κασσιανής.
    Σ' ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και τα όμορφα σχόλια
    Φιλιά κι από μένα
    Σόφη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Καταπληκτικό γράψιμο... Νοσταλγικο και με χιουμορ ταυτοχρονα... :)
    Αυτή είναι η δεύτερη φορά που διάβασα τον Αγιο Ροδολφο Βαλεντινο και μου αφησε ενα χαμογελο... Φιλακια πολλα Σοφη μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ευχαριστώ γλυκειά μου !!!!
    Φιλάκια κι από μένα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Βρε τη γιαγιά! Δίκιο είχε βέβαια, δε μπορεί να την κατηγορήσει κανείς!
    Πολύ μου έλειψε, ας είναι καλά που αγιοποίησαν το Ροδόλφο Βαλεντίνο και μάθαμε κι εμείς τι έγινε στο τσάι της θείας Αμαλίας που ήταν ναζιάρα και γλυκομίλητη και ξελόγιασε το θείο Γιωργίκο η μελιστάλακτη και είμαι επίσης σίγουρη ότι η αρρώστια που λέγεται εφηβεία δεν σου πέρασε ποτέ και είμαι πολύ χαρούμενη γι αυτό!

    Σοφάκι μου αγαπημένο, πάλι ζωγράφισες! Φιλάκια πολλά πολλά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Καλώς ήρθατε !