Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Πρώτη μέρα στην πρώτη τάξη .... Ελληνογαλλικησχολημοναχωνουρσουλινών

Η θεία Μαρίκα, υπόδειγμα μητέρας και συζύγου, ήταν απόφοιτη des Ursulines de Naxos όπως λέγανε στο σπίτι και πολύ καμαρώνανε με αυτό το de Naxos. Ντεναξός και ξερός λέγαμε με τον αδελφό μου γιατί ήμαστε δύο τούβλα και συγχιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή κι έπαιρνε το χάπι για την πίεση.
Τόσο πολύ καμαρώνανε όλοι για το ντεναξός της θείας Μαρίκας που άμα ερχότανε αυτή στο σπίτι μας μετά τα γλυφιτζούρια και το υποχρεωτικό φιλί στο μάγουλο έπρεπε σαν καλά παιδιά να πούμε όλο το γαλλικό ρεπερτόριό μας από το Frere Jaques, το Meunier tu dors μέχρι και το Allouete gentille allouette και άμα είχαμε πολλά κέφια λέγαμε και το promenons nous dans le bois.


Τότε η θεία Μαρίκα μας έδειχνε όλο το ντεναξός της και τη χαρά της για την πρόοδό μας που την είχε αναλάβει προσωπικά η Mademoiselle Claire που έμενε στο σπίτι μας κι εμείς τη λέγαμε Claire de la lune και γελάγαμε μόνοι μας.
Κι έτσι χαρωπά περνούσε ο καιρός με ντεναξός και γλυφιτζούρια και τη Mademoiselle Claire που μας έσφιγγε στην αγκαλιά της μέχρι να μας σκάσει και μας έτρεχε στη Φιλοθέη που την έλεγε Φιλοτέ και εκεί είχε μια παιδική χαρά με ξύλινα παιχνίδια που πολύ μας άρεσε και παίζαμε και όλο ιδρώναμε και πίναμε νερό σαν τα πετί γκρενούιγ και η Mademoiselle Claire μας φώναζε ρεποζέ βου μεζ ανφάν και ντυ καλμ και τέτοια που στην αρχή δεν καταλαβαίναμε αλλά μετά τα λέγαμε κι εμείς και ροδάνι πήγαινε η γλώσσα μας.
Για ένα περίεργο λόγο που ποτέ δεν καταλάβαμε με τον αδερφό μου στο θέμα του ντεναξός συμφωνούσανε απόλυτα η γιαγιά μου η Κασσιανή και η μάνα μου που σπάνια συμφωνούσανε μεταξύ τους γενικώς. Και μια μέρα που ο αδερφός μου κυνηγούσε κάτι χρυσόμυγες ως συνήθως κι εγώ είχα φάει πολλά δαμάσκηνα στον κήπο και είχα πονόκοιλο έγινε ένα συμβούλιο σπίτι μας και όλο μιλάγανε η γιαγιά μου η Κασσιανή, η θεία Μαρίκα και η μαμά μου και όταν ήρθε ο  πατέρας μου όλες μαζί αυτές του πετάξανε μια περίεργη λέξη που τη λέγανε "ουρσουλίνες" και αυτός ήρθε κατευθείαν στο δωμάτιό μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά και ήτανε πολύ χαρούμενος.
Και μετά, μία μέρα που είχαμε γυρίσει πια από τον παραθερισμό, όπως έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή τα μπάνια, και ήμασταν κατάμαυροι και μας σφίγγανε τα πέδιλα γιατί όλο το καλοκαίρι ήμασταν ξυπόλυτοι με τον αδελφό μου και ψαρεύαμε σπάρους που μετά τους ξαναπετάγαμε στη θάλασσα,  μας είπανε ότι τώρα θα πάμε σχολείο, αλλά όχι μαζί και πολύ μας κακοφάνηκε.
"Ο αδελφός σου είναι αγόρι" μου έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή κι εγώ της έλεγα "τι πειράζει;" και την νευρίαζα πολύ που δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να πάμε σε άλλο σχολείο ο καθένας σαν να είμαστε τσακωμένοι ενώ δεν ήμασταν.
Και τότε η θεία Μαρίκα λύσσαξε να μάθουμε το il était un petit navire και η γιαγιά μου η Κασσιανή λύσσαξε κι αυτή να μάθουμε το πτι ναβίρ και η κακομοίρα η mademoiselle Claire μας τόμαθε αμέσως.


Τέλος πάντων μετά από αυτά τα περίεργα που είχανε να κάνουνε με το ντεναξός της θείας Μαρίκας και το καράβι που ήταν αταξίδευτο και αυτό το περίεργο ουρσουλίνες έπεσε ένας πανικός στο σπίτι μας και η μάνα μου μαζί με τη γιαγιά μου την Κασσιανή αρχίσανε να μας τρέχουνε στα μαγαζιά και να μας τραβολογάνε βάλε βγάλε καινούργια ρούχα και παπούτσια στο Μούγερ και στο Μπεμπέ Ρόζ και είχαμε ξεμαλλιαστεί τελείως γιατί όλα τα φοράγαμε από το κεφάλι εκτός από τα παπούτσια που αυτά τα φοράγαμε στα πόδια μας.
Οταν τελείωσε το μαρτύριο με τα ρουχοπάπουτσα που λέγαμε με το αδελφό μου και νομίζαμε ότι θα πάμε να παίξουμε, μας τρέχανε μετά να αγοράσουμε κάτι τσάντες μεγάλες σαν κι αυτές που έχουνε οι ταχυδρόμοι και τις θέλαμε λέει για το σχολείο και εμείς λέγαμε με τον αδελφό μου ότι το σχολείο θα είναι κανένα μεγάλο ταχυδρομείο σαν αυτό που ήτανε στην Κηφισσίας και πηγαίναμε άμα ήτανε να στείλουμε γράμμα στην κυρία Αριστέα τη φίλη της μαμάς που ήτανε στην Αμερική.


Και επειδή γκρινιάζαμε πάρα πολύ και δεν μας αρέσανε τα μαγαζιά και ούτε άλλο τίποτα και είχαμε βγάλει την κακιά αφρίτα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή για να μας καλοπιάσουνε μας πήρανε και παγωτό χωνάκι από το αγαπημένο μας παγωτατζίδικο στην Πανεπιστημίου που ήτανε και ο Μούγερ αλλά τόση φούρκα είχαμε και οι δύο που πασαλειφτήκαμε με τα παγωτά και γίναμε τα χάλια μας και η μάνα μου μας αγριοκοίταζε αλλά εμείς κάναμε ότι δεν τη βλέπαμε και μόλις γύρισε την πλάτη της βγάλαμε κι οι δυο μαζί τη γλώσσα μας όπως είχαμε μάθει από κάτι άλλα παιδιά στη γειτονιά μας.
Εμένα που ήμουνα κορίτσι μου πήρανε και δυο μπλε φουστάνια απαίσια με κουμπιά πίσω και άσπρο γιακά ξεχωριστό που καθόλου δε μου αρέσανε αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή όλο σκούπιζε τα μάτια της γιατί ήμουνα λέει πολύ ωραία μαθήτρια με την ποδιά μου και τότε κατάλαβα ότι η γιαγιά μου η Κασσιανή έλεγε βλακείες γιατί η ποδιά που φόραγε η Μαριέττα μας που έκανε τις δουλειές ήτανε άσπρη και η ποδιά που φόραγε η μαμά μου στην κουζίνα είχε λουλουδάκια και φραουλίτσες απάνω και καμμία δε φόραγε τέτοιο μπλε φουστάνι με κουμπιά πίσω και άσπρο γιακά ξεχωριστό ούτε ήτανε μαθήτρια.
Πολύ με απασχολούσε τι ήτανε αυτό το μαθήτρια και άμα ρώταγα τις φίλες μου δεν ξέρανε ούτε κι αυτές και έτσι ρώτησα τη γιαγιά μου την Κασσιανή και αυτή μου είπε ότι θα πάω στο σχολείο να μάθω να γράφω και να διαβάζω και τότε είπα στον αδελφό μου ότι η γιαγιά μας η Κασσιανή λέει χαζαμάρες γιατί εμείς ξέραμε να γράφουμε και να διαβάζουμε πολύ ωραία και δεν χρειαζότανε να πάμε σχολείο που θα ήμασταν και χωριστά. Εμάς μας είχε μάθει πολύ ωραία γράμματα η μαμά μας που ήτανε δασκάλα αλλά δεν δούλευε σε σχολείο μόνο καθότανε στο σπίτι και μας αγαπούσε όλη μέρα όχι τη μισή σαν κάτι άλλες μαμάδες που πηγαίνανε στο γραφείο.
Ομως, όπως έλεγε και ο κυρ Τάσος που κλάδευε τα δέντρα μας "το πετρωμένο φίδι αγίνωτο" αλλά η γιαγιά μου η Κασσιανή μας έλεγε ότι το σωστό ήτανε "το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον" και τελικά έπρεπε να πάμε σχολείο ο καθένας μόνος του. Ετσι χωρίσαμε για πρώτη φορά με τον αδελφό μου το Γιώργο που είμαστε μαζί συνέχεια μέχρι και κουνελάκια είχαμε γίνει μαζί και κάναμε γυμναστικές επιδείξεις στο νηπιαγωγείο και βγάλαμε και ωραίες φωτογραφίες.
Και μπορεί να μην είμαστε τελείως αδέλφια δηλαδή με το Γιώργο γιατί αυτός είχε δικό του μπαμπά και μαμά που μένανε στο διπλανό σπίτι και ήτανε φίλοι με τους δικούς μου αλλά εμείς είμαστε συνέχεια μαζί από τότε που γεννηθήκαμε και δεν είχαμε χωρίσει ποτέ και τέλος πάντων εμείς αδέλφια είμαστε και πολύ μας άρεσε αυτό κι αλλοίμονό του σ' όποιον έλεγε το αντίθετο.
Ετσι ένα πρωί μπρος Μαριώ και πίσω Γιάννης που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή με πήγανε στο σχολείο. Η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε πάρει αλαμπρατσέτα τη θεία Μαρίκα με το ντεναξός και τη μαμά μου και εγώ προχώραγα μπροστά όπως είχα δει και κάνουνε τα μεγάλα παιδιά στις παρελάσεις. Πίσω από τη γιαγιά μου την Κασσιανή πήγαινε η Μαριέτα που κράταγε τη μεγάλη τσάντα του ταχυδρόμου γιατί εγώ είχα δηλώσει ότι αυτή την αηδία δεν την κρατάω.


Το σχολείο που με πήγανε ήτανε πολύ μεγάλο. Ητανε και σα Μουσείο. Είχε και ένα όνομα σαν τραίνο ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗΣΧΟΛΗΜΟΝΑΧΩΝΟΥΡΣΟΥΛΙΝΩΝ που το έλεγα όλο μαζί και κόντευα να πνιγώ και μετά μου είπανε "μία μία λέξη παιδί μου" και κατάλαβα πώς έπρεπε να το λέω αλλά εκείνο το "μοναχών" δεν το καταλάβαινα καθόλου γιατί εγώ δεν ήθελα να είναι κανένας μοναχός του σαν κι εμένα που ήμουνα μοναχή μου χωρίς τον αδελφό μου σ' αυτό το σχολείο.
Είχε και μια διευθύντρια που ήτανε φίλη της μαμάς μου και αυτή μου έδωσε καραμέλλες την πρώτη μέρα αλλά δεν μου αρέσανε. Πάντως παρηγορήθηκα λίγο γιατί είχε πολλά παιδιά αλλά μόνο κορίτσια και πολύ ωραίες κούνιες πράσινες με πολλές πρασινάδες ψηλές γύρω γύρω και ήταν σαν πράσινη φωλιά.
Εκείνη την πρώτη μέρα είχε πολλές μαμάδες και μπαμπάδες στην αυλή μαζί με τη δικιά μου αλλά γιαγιάδες και Μαριέττες δεν είχε και είχα συγχιστεί και έκανα νοήματα της γιαγιάς μου της Κασσιανής να φύγει γιατί θα φαινόμουνα σαν μαμόθρεφτο που είχε κουβαληθεί όλη η οικογένειά μου εκειπέρα.
Το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή όμως ήτανε ατάραχη σαν το Βούδα και είχε πιάσει ψιλοκουβέντα με τη θεία Μαρίκα που είχε βρει κάτι άλλες κυρίες με ντεναξός κι αυτές και μιλάγανε γαλλικά.
Κάποια ώρα χτύπησε ένα κουδούνι και βγήκανε έξω οι δασκάλες και η διευθύντρια η κυρία Θωμοπούλου που ήτανε και φίλη της μαμάς μου και μας μαζέψανε "κατατάξεις" που δεν ήξερα τι θα πει ακριβώς αλλά στη δική μου κατατάξη ήτανε και άλλα κοριτσάκια και αυτά με ποδιές μπλε και άσπρα γιακαδάκια και μας βάλανε στη σειρά τρία τρία και κάναμε την προσευχή μας και τα μεγάλα κορίτσια λέγανε τον Εθνικό Υμνο που τον ξέρανε πιο καλά από μας.
Δίπλα μου στη σειρά ήτανε ένα κοριτσάκι ξανθό με κάτι ωραία κοκκαλάκια που της αρέσανε και τα δικά μου και έτσι γίναμε πολύ φίλες και μιλάγαμε για τις κούκλες μας και τη λέγανε Τιτίκα Καμάρη αλλά ήρθε μία δασκάλα και μας είπε "σουτ" και σταματήσαμε να μιλάμε αλλά μετά ξαναρχίσαμε με την Τιτίκα και ένα άλλο κοριτσάκι πολύ όμορφο από πίσω μας που το λέγανε Ρένα Ιωαννίδου και μας έλεγε πώς άμα μεγαλώσει θα γίνει ηθοποιός κι εμείς χαρήκαμε πάρα πολύ γιατί αυτή θα γινότανε ηθοποιός κι εμείς θα είμαστε φίλες της.
Και όλο σκουντιόμαστε και γελάγαμε με κάτι άλλα κοριτσάκια στην κατατάξη μας και μάθαμε τα ονόματά τους που ήτανε Σοφία Αποσκίτου και Μάνια Κουρούση και Ελενα Μοιρασγέτη και Λίζα Αθανασάκη και Κατερίνα Χατζηθέμελη και Κατερίνα Καραγιάννη και Ραλλία Νικολάκη και Νάνσυ Φωτοπούλου και Χριστίνα Ρόζη και Ολγα Πάσχου και Λία Θεοφανίδου και Μαριαλένα Τζουβελέκη και Ντορίνα Σταθοπούλου και κάτι άλλα που δεν πρόλαβα να τα μάθω γιατί πάλι η δασκάλα μας είπε "σουτ" και μας αγριοκοίταξε όλες μαζί.
Μετά ήρθε ένας παπάς για να κάνει τον Αγιασμό όπως λέγανε οι μεγάλες που ξέρανε από πέρσι.
Τότε βγήκε από τη μεγάλη πόρτα μια κυρία σαν τη γιαγιά μου την Κασσιανή αλλά αυτή φόραγε κάτι περίεργα ρούχα γκρι με ένα περίεργο πράμα στο κεφάλι σαν μαντήλι με άσπρη κορδέλα και τα μεγάλα κορίτσια αρχίσανε να ψιθυρίζουνε μεταξύ τους και λέγανε "ημερελιζαμπέτ, ημερελιζαμπέτ" αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τι ήτανε αυτό. Μάλλον όμως θα ήτανε κάτι σπουδαίο γιατί κάνανε όλοι πολύ ησυχία μόλις την είδανε και αυτή μας είπε "Καλή χρονιά παιδιά -  καλή πρόοδο" και η διευθύντρια είπε "ευχαριστούμε μαμέρ". Αυτό το μαμέρ δεν μας το είχε μάθει η Mademoiselle Claire και δεν το κατάλαβα.
Μετά μας είπε η διευθύντρια που τη λέγανε κυρία Θωμοπούλου να μπούμε στις τάξεις μας αλλά εμείς δεν ξέραμε πού να πάμε και  δεν κουνιόμαστε καθόλου. Και τότε τα μεγάλα κορίτσια γελάγανε και μας λέγανε "πρωτάκια" που σίγουρα  ήθελε να πει ότι ήμαστε χαζά.
Δίκιο είχανε τα μεγάλα κορίτσια γιατί εμείς είχαμε χαζέψει και κοιτάγαμε γύρω γύρω και βλέπαμε αυτή την κυρία που λέγανε "ημερελιζαμπέτ, ημερελιζαμπέτ" που καθότανε στη θέση της ακίνητη και περνάγανε όλα τα παιδιά από μπροστά της και κάνανε υπόκλιση και μετά περάσαμε κι εμείς γιατί μας σπρώχνανε οι μεγάλες και φιλήσαμε το χέρι του παπά που έκανε τον Αγιασμό.


Μετά ήρθε μία δασκάλα και μας είπε "εσείς παιδιά ακολουθείστε με. Θα πάμε στην τάξη μας ισόγειο και αριστερά". Εμείς τότε πήγαμε μαζί της ισόγειο και αριστερά σε μία τάξη. Με την Τιτίκα πιαστήκαμε χέρι χέρι γιατί ήτανε ένα χοντρό κορίτσι και μας έσπρωχνε και φοβηθήκαμε ότι θα μας πετάξει κάτω. Εγώ αυτήν τη χοντρή δεν τη χωνεύω είπα της Τιτίκας κι αυτή είπε "ούτ' εγώ". Μετά   τρέξαμε να πιάσουμε δυο θρανία να κάτσουμε δίπλα δίπλα στο παράθυρο να βλέπουμε έξω την αυλή του Γυμνασίου άμα βαριόμαστε.
Η τάξη μας ήτανε πολύ ωραία και καθαρή σαν το σπίτι μας που πατάγαμε με τα πατάκια να μη λερώσουμε το πάτωμα και ο μπαμπάς μου έλεγε ότι αυτά είναι υπερβολές και ότι καμμιά φορά θα γλυστρίσουμε και θα σπάσουμε κανένα πόδι αλλά ούτε η μαμά μου ούτε η γιαγιά μου η Κασσιανή τον ακούγανε κι έτσι περπατάγαμε όλο με τα πατάκια και πηγαίναμε σαν τους πιγκουίνους. Ευτυχώς όμως εδωπέρα στην τάξη δεν είχε πατάκια όπως στο σπίτι μας.
Το θρανίο μου ήτανε μπεζ με σκέπασμα και άμα το άνοιγες έβαζες μέσα ότι ήθελες. Εγώ όλη τη χρονιά έβαζα μέσα το σάντουιτς που μου έφτιαχνε η μαμά μου και το άφηνα εκεί μέχρι που γινότανε πράσινο και μετά το πέταγα στο καλάθι άμα δε με βλέπανε γιατί όλα τα παιδιά που τρώγανε σάντουιτς από το σπίτι τους ήτανε μαμόθρεφτα και εγώ δεν ήθελα να είμαι αλλά δεν το έλεγα στη μαμά μου ότι κάθε μέρα άφηνα το σάντουιτς μέσα στο θρανίο.
Οταν καθήσανε όλα τα παιδιά και σταματήσανε τα γράτς και τα γρουτς και τα γκρρρρρ που σέρνανε τις καρέκλες τους η δασκάλα μας είπε "Καλή χρονιά παιδιά. Είμαι η δασκάλα σας και ονομάζομαι δεσποινίς Αννα Παλαμάρη". Κάτι παιδιά μιλάγανε και η δασκάλα χτυπούσε τα χέρια της να κάνουνε ησυχία κι εγώ κοίταγα που είχε ωραία μαλλιά κότσο αλλά τη φοβόμουνα κάπως γιατί ήτανε αυστηρή. 
Τότε η δασκάλα μας μοίρασε από ένα χαρτί που έλεγε πάνω πάνω Β Ι Β Λ Ι Α  Κ Α Ι  Υ Λ Ι Κ Α και μας είπε να το δώσουμε στους γονείς μας να ψωνίσουνε από το βιβλιοπωλείο Βασιλείου ότι έλεγε το χαρτί και να τα φέρουμε την άλλη μέρα γιατί είμαστε, λέει, πια μαθήτριες της Πρώτης Τάξης και δεν είμαστε μωρά και θ' αρχίζαμε τα μαθήματά μας.
Τότε κατάλαβα ότι η δική μου κατατάξη ήτανε η Πρώτη Δημοτικού και σήμερα έγινα ένα μεγάλο παιδί και σταμάτησα να είμαι μωρό όπως ήμουνα χτες. Αυτό όμως μου φαινότανε πολύ περίεργο γιατί από μέσα από την ποδιά φορούσα το ίδιο φουστάνι που φόραγα και χτες που ήμουνα μωρό και μου έκανε μια χαρά και σήμερα που λέγανε πώς είχα μεγαλώσει πια.


Τότε μου ήρθε μια πολύ μεγάλη λύπη και πεθύμησα πάρα πολύ το μπαμπά μου, τη μαμά μου και τη γιαγιά μου την Κασσιανή που άμα με έπιανε μεγάλη λύπη με έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου έλεγε μια ιστορία που είχε φτιάξει μόνη της για την κυρά Μαριγώ την αλεπού που ντύθηκε γιατρός για να ξεγελάσει τις κότες στο κτήμα του κυρ Ανέστη και κοιμόμουνα ζεστά και βελουδένια.
Εκείνη τη στιγμή κοίταξα τη δασκάλα με τα ωραία μαλλιά και με έπιασε πιο μεγάλη λύπη γιατί δεν μου άρεσε καθόλου γιατί δεν είχε χαμογελάσει καθόλου όλη την ώρα και είπα μέσα μου ότι θα είναι κακιά και αποφάσισα να μη τη χωνέψω καθόλου όλη τη χρονιά.
Μέχρι και τη Μαριέττα μας πεθύμησα που με κυνηγούσε στον κήπο να μην τρώω τις ψόφιες μέλισσες και παθαίνω κοιλιακά και τη Mademoiselle Claire πεθύμησα που δε με μάλλωνε ποτέ αλλά όλο γέλαγε, μέχρι και τη θεία Μαρίκα πεθύμησα με το ντεναξός της.
Και μετά μου ήρθανε πολλά δάκρυα αλλά δεν ήθελα να με δούνε και με κοροϊδεύουνε τα άλλα κοριτσάκια και κοίταγα όλο από το παράθυρο γιατί είχα πεθυμήσει και τον αδερφό μου που τον είχανε πάει με το ζόρι στο δικό του σχολείο και θυμόμουνα που χτες μου είχε πει "μη στεναχωριέσαι βρε χαζή λίγο θα πάμε σχολείο και μετά θα παίζουμε". Και έγινα πολύ θυμωμένη.


Και επειδή όλο κοίταγα από το παράθυρο η δασκάλα μου είπε "πού κοιτάς εσύ παιδί μου" και της είπα  "όπου θέλω" και μου είπε "είσαι ανάγωγη, γύρνα μπροστά σου αμέσως" και της είπα "δε θέλω να γυρίσω μπροστά μου και δεν είμαι ανάγωγη" και θύμωσα πιο πολύ γιατί μου φάνηκε στριμμένη.
Τότε χτύπησε το κουδούνι να πάμε στο διάλειμμα και βγήκαμε στην αυλή. Εγώ όμως πήγα στη διευθύντρια και της είπα "η δασκάλα με είπε ανάγωγη και θέλω να πάω σπίτι μου" και η διευθύντρια με κοίταγε καλά καλά γιατί της τα είπα όλα μαζί κι άρχισε να με ρωτάει "γιατί παιδί μου" αλλά εγώ κοίταγα ίσια μπροστά μου και καθόμουνα  κοκκαλωμένη στην πόρτα. 
Τότε η διευθύντρια χτύπησε ένα κουδούνι και ήρθε μια παχουλή κυρία πολύ γλυκειά και η διευθύντρια της είπε "κυρία Πόπη τηλεφωνείστε σας παρακαλώ στο σπίτι της Σόφης να έρθουν να την πάρουν γιατί θέλει να φύγει".
Μετά από λίγη ώρα ήρθε η μαμά μου με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που είχε φορέσει και το καπέλλο της ενώ το πρωί δεν το φόραγε και αυτό ήθελε να πει ότι είχε πολύ συγχιστεί. Και πριν ανοίξει το στόμα της η μάνα μου πετάχτηκε το τέρας η γιαγιά μου η Κασσιανή και είπε "γιατί θέλει να φύγει το παιδί, τι του κάνατε; " Σας παρακαλώ πολύ κυρία μου, τίποτα δεν.." Εγώ σας παρακαλώ, φώναξε η γιαγιά μου η Κασσιανή, αυτό το παιδί ποτέ δεν κάνει κάτι χωρίς λόγο. Ασφαλώς το έχετε τρομοκρατήσει με κάτι και απαιτώ εξηγήσεις. Ποιά είναι η δασκάλα της;"


Τότε έγινε ένα τρελλοκομείο εκεί μέσα διότι η μαμά μου της είπε "σας παρακαλώ πολύ μητέρα, τι τρόπος είναι αυτός σε τέτοιο σχολείο,αφήστε να μας εξηγήσουν οι άνθρωποι" και η γιαγιά μου η Κασσιανή της είπε "δεν θ'αφήσω το παιδί να υποφέρει" και η μαμά μου θύμωσε πάρα πολύ και εγώ κοίταγα τον τοίχο και γέλαγα κρυφά στη γιαγιά μου την Κασσιανή γιατί μου ΄κλεινε το μάτι. 
Μετά η διευθύντρια έτρεξε να φέρει τη δασκάλα μου, η γιαγιά μου η Κασσιανή την πέρασε από ανάκριση τρίτου βαθμού για να μάθει τι είχε γίνει και η μάνα μου της έλεγε "σας παρακαλώ μητέρα αφήστε να μας πει η κυρία". 
"Θα μας πει η κυρία αλλά θα μας πει και το παιδί τι έγινε στα καλά καθούμενα και θέλει να φύγει" επέμενε η γιαγιά μου η Κασσιανή  και με κοιτάγανε όλοι μαζί, η δασκάλα κατακόκκινη, η διευθύντρια καταπράσινη, η μαμά μου κάτασπρη και η γιαγιά μου η Κασσιανή μισή μωβ και μισή ροζ που ήτανε τα χρώματα που έπαιρνε άμα πάθαινα κάτι εγώ ας πούμε όπως κοιλιακά ή γρίππη ή κάτι άλλο. 
"Η δασκάλα με είπε ανάγωγη γιατί της είπα ότι κοιτάω όπου θέλω επειδή κοίταγα απ' το παράθυρο. Τόσο κακό ήτανε που κοίταγα απ' το παράθυρο;" είπα. "Ορίστε" ξεφώνισε η γιαγιά μου η Κασσιανή "ορίστε" "εγώ παίρνω αμέσως το παιδί και φεύγω και δεν ακούω τίποτ' άλλο" δήλωσε επίσημα προς όλους και εσείς εξηγήστε στη νύφη μου τι εννοείτε με τη λέξη ανάγωγη για ένα παιδάκι που πάει πρώτη μέρα σχολείο".
Τότε η διευθύντρια πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο και έπιασε την γιαγιά μου την Κασσιανή από το χέρι "Παρακαλώ κυρία μου ήταν ένα ατυχές επεισόδιο, συμβαίνουν αυτά ενίοτε τις πρώτες ημέρες μέχρι να συνηθίσουν τα παιδιά στο περιβάλλον του σχολείου, μην ανησυχείτε, θα ασχοληθώ προσωπικώς" και χτύπησε πάλι το κουδούνι και ήρθε ξανά η παχουλή γλυκειά κυρία Πόπη και με πήρε μαζί και πήγαμε βόλτα να γνωρίσουμε την αδελφή Σεσίλ και τα παιδάκια που πηγαίνανε στο γαλλικό σχολείο που ήτανε μέσα στο δικό μας αλλά κάπως ξεχωριστά στη μεριά της εκκλησίας που τη λένε chapelle και έχει ένα ωραίο άγαλμα της Παναγίας μέσα και είναι γεμάτη λουλούδια και δεν μυρίζει καθόλου λιβάνια. Εκεί ήτανε πολύ ωραία γιατί ήτανε πολλά παιδάκια και άσπρα και μαύρα και γιαπωνεζάκια και παίξαμε και κάναμε κούνια στην πράσινη φωλίτσα με τις κούνιες και μετά η αδελφή Σεσίλ μου έδωσε καραμέλλες και μου χάιδεψε τα μαλλιά και πέρασα πολύ ωραία και δεν ήθελα καθόλου να φύγω πια.

Και μετά πέρασε η ώρα και ήρθαν τα πούλμαν να πάρουνε τα παιδιά να πάνε στο σπίτι τους γιατί ήτανε μεσημέρι και εμένα ήρθε η μαμά μου με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και είχανε μαζί τους και τη δασκάλα που με είχε πει ανάγωγη αλλά τώρα μου γέλασε και μου είπε "Σε περιμένω αύριο στην τάξη Σόφη θα στεναχωρηθούν οι φίλες σου αν δεν έρθεις". Και τότε σκέφτηκα ότι η δασκάλα γινόταν κάπως όμορφη όταν γέλαγε και σκέφτηκα και την φίλη μου την Τιτίκα Καμάρη και τα άλλα κοριτσάκια που είχα γνωρίσει και μου ήρθε μια στεναχώρια και μια χαρά μαζί γιατί ήθελα να τις ξαναδώ και την άλλη μέρα και να παίξουμε και δεν ήθελα να τις στεναχωρήσω άμα δεν πήγαινα ξανά σχολείο. Και αποφάσισα να πάω και την άλλη μέρα και την άλλη και την άλλη......


...........................................................................................................................................
Και μετά πήγαινα κάθε μέρα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και νόμιζα ότι ήμουνα πια στο σπίτι μου. 
Και όσο πήγαινα τόσο πιο πολύ μου άρεσε και αυτό κράτησε 12 χρόνια κάθε μέρα κι άμα αρρώσταινα καμμιά φορά πολύ στεναχωριόμουνα που δεν έβλεπα τις φίλες μου και τις δασκάλες μου και τους καθηγητές μου και τη Mére Superieur και τη Mére Angèle και την Mére Marie Pierre και τη Mére Odile και την αδελφή Αγνή και τη Mére Elizabeth Thèrese και ....και ..... .


Και όλα εκεί μέσα γινόντουσαν σαν από χρυσόσκονη και τα λαμπερά Χριστούγεννα και τα κυκλάμινα που πηγαίναμε στην Sainte Vierge και οι petites vieilles pauvres που είχαμε υιοθετήσει και o Raoul Folleraux και οι λεπροί του και το Χημείο με τα πειράματα και το θέατρο με τις μεγάλες παραστάσεις του και η λογοτεχνία με τη Σταυρογιαννοπούλου και τη Ρηγοπούλου και τα cours de Sorbonne με την Mme Louri που παντρεύτηκε και πήγαμε όλες στο γάμο και μοιράζαμε μπουμπουνιέρες και πολύ μας άρεσε και τα voyages culturelles στη Γαλλία και οι αγώνες βόλλεϋ και οι χοροί και τα πρώτα τσιγάρα στη σοφίτα του Hotel de l' Est στο Παρίσι με τις κολλητές και τα αριστερά μυαλά μας με τη Μαζαράκη και τα πρώτα ερωτικά ποιήματα  που έγραψα ακούγοντας Christophe και οι συμμαθήτριές μου από την πρώτη ως την τελευταία μέρα και κάποιες άλλες που ήρθαν στην πορεία και το λεύκωμα που έγραψαν οι φίλες μου που ακόμα τόχω......
Και χιλιάδες άλλες αγαπημένες αναμνήσεις που κάθε μέρα τις κουβαλάω και μόνο όσες περάσανε από την περίφημη "ελληνογαλλικησχολημοναχωνουρσουλινών" Ψυχικού ξέρουν τι σημαίνουν......


Κανείς ποτέ δεν με ξαναείπε ανάγωγη σ' αυτό το σχολείο και όλοι αγωνιστήκανε να γίνω ένας χαρούμενος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Τώρα το ξέρω. Κι εγώ όλο διάβαζα για να είναι κι εκείνοι χαρούμενοι μαζί μου και οι γονείς μου και  πιο πολύ η γιαγιά μου η Κασσιανή που μου είχε πει κρυφά εκείνη την πρώτη μέρα "όχι άμα θέλανε ας τα βάζανε μαζί μου...εσύ όμως πρόσεχε...θέλω να είσαι η πρώτη από δω και πέρα" και γελάσαμε οι δυό μας κρυφά αλλά της είχα δώσει το λόγο μου και νομίζω τον κράτησα γιατί και στα μαθήματα αλλά και στις τρέλλες και τις διαβολιές ... απ' τις πρώτες ήμουνα.....


@@@

Λεξιλόγιο ...για τους μη γαλλόφωνους

De Naxos = της Νάξου (ενν. το σχολείο Ουρσουλινών της Νάξου παλαιότερο του Ψυχικού)
Claire de la Lune = λαμπερή σελήνη (παράφραση του ονόματος της mademoiselle Claire
τα γαλλικά τραγουδάκια εδώ είναι από τα κλασσικά που μαθαίνουν τα παιδάκια
πετί γκρενούιγ = petits grenouilles =μικρά βατραχάκια
Ρεποζε βου μεζ ανφάν = reposez vous mes enfants = ξεκουραστείτε παιδιά μου
ντυ καλμ = du calme = ηρεμία 
ημερελιζαμπέτ = η Mère Elisabethe =η Μητέρα Ελιζαμπέτ, τότε προϊσταμένη του δημοτικού.
Μαμέρ = Ma Mère = Mητέρα μου (προσφώνηση της υπεύθυνης Καλόγριας)
chapelle = το παρεκκλήσιο του Σχολείου
Sainte Vierge = η Παναγία
les petites vieilles pauvres = άπορες γριούλες
Raoul Folleraux =διάσημος γάλλος ανθρωπιστής που αφιέρωσε τη ζωή του στην ανακούφιση των λεπρών. Επισκεπτόταν τακτικά το σχολείο μας. 
voyages culturelles = το σχολείο οργάνωνε τα καλοκαίρια πολιτιστικά ταξίδια στη Γαλλία για τις μαθήτριες. 

8 σχόλια:

  1. Μερβεγιέ, Σοφί, κονγκρατουλατιόν!
    Περιμένω την συνέχεια.
    Ζε ρεπέτ.
    Περιμένω την συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Αρη μου !!!
      Η γιαγιά μου η Κασσιανή έχει πολλές και χαριτωμένες περιπέτειες !!!

      Διαγραφή
  2. Να 'ξερες πόσες όμορφες εικόνες ξεκλείδωσες μέσα στο μυαλό μου...
    Σ' ευχαριστώ! ❀~✿

    ΥΓ. Αναμένεται εναγωνίως η συνέχεια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που αγάπησες το κειμενάκι,είναι αληθινό και πιστεύω σε όλους μας θυμίζει σχολικές αναμνήσεις !!!
      Ευχαριστώ πολύ !!!

      Διαγραφή
  3. ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ!!!!ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣ ΣΕ ΒΡΗΚΑ!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλώς σε βρήκα, Sophie μου!!! Enfin !!!! Δεν ξέρεις πόσο καιρό προσπαθώ και είχα απελπιστεί. Μέσω του προφίλ σου με έβγαζε μόνο στο Google+ αλλά δεν ήξερα πως να συνεχίσω... ‘Εψαξα λοιπόν σήμερα μέσω του Google και νά’μαι. Όμως, και πάλι ατυχία, δεν μου ανοίγουν τα σχόλιά σου, κάτι έχει σήμερα η σύνδεσή μου, ή κάτι άλλο φταίει και δεν μπορώ να σου γράψω σχόλιο....
    Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα μ’αυτήν σου την ανάρτηση !!!! Κάπως έτσι ήταν και η δική μου πρώτη μέρα της πρώτης δημοτικού στο Saint Joseph με την Soeur Théodule, την Mere Marie-Therese, χαχαχα!!!! Και το πρώτο κοριτσάκι, την καλή μου Χριστινούλα, που ήρθε κοντά μου και με ρώτησε «θέλεις να καθήσουμε μαζί στο θρανίο?» Τί αναμνήσεις, Θεέ μου !!! Νά’σαι καλά που μου τις ξαναέφερες στην μνήμη μου !!!
    Ελπίζω να μην έχω πάλι πρόβλημα αύριο που θα ξαναδοκιμάσω !!!!!
    Φιλάκια πολλά και καλή Κυριακή ! A demain !!!!

    ΥΓ. Τελικά τα κατάφερα! Ετοιμαζόμουν να σου στείλω τα παραπάνω με email...
    Φιλάκια !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλε,εσυ ξεπερασες τον Goscinny!!
    Προτιμω να διαβαζω τις δικες σου
    περιπετειες απο αυτες του petit Nicolas!!Kαι εισαι και κοριτσι!!
    Και λεγαμε και τα ιδια τραγουδακια!!
    Au revoir Sophie!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Καλώς ήρθατε !